ΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΩΝ ΠΑΠΠΟΥΔΩΝ ΜΑΣ. ΑΦΗΓΕΙΤΑΙ Η ΝΙΚΗ ΜΠΕΡΙΚΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΟΥΝΑ!

0
215


Με λένε Νίκη Μπερίκου και είμαι 74 ετών. Οι γονείς μου ήταν από την Κατούνα του Ξηρόμερου. Ήταν αγρότες στα καπνά.
Περισσότερο αγαπούσα τη μάνα μου, γιατί ήταν πάντα στο σπίτι, ενώ ο πατέρας έλειπε στις δουλειές. Ήταν καλοί και οι δυο. Τα παιδικά και νεανικά μου χρόνια τα έζησα στην Κατούνα, στο χωριό μου, γιατί είχαμε δουλειές και δεν μπορούσαμε να τις εγκαταλείψουμε. Έμεινα εκεί μέχρι που παντρεύτηκα. Ο κόσμος τότενε ήταν αγαπημένοι. Αγαπιούνταν ο ένας με τον άλλον, δεν μάλωναν, όπως τώρα…
Δεν είχαμε πολλούς μεγάλους δρόμους. Έναν κεντρικό είχαμε που πέρναγε μες στ’ μέσ’ στο χωριό. Οι άλλοι ήταν μονοπάτια, στρατούλες τα λέγαμε εμείς τότε. Το χωριό μου είχε μια πλατεία κι ένα δασύλλιο πιο έξω.
Τον άντρα μου τον παντρεύτηκα με προξενιό.
Ήμασταν εφτά αδέρφια, πέντε αδερφές και δυο αδέρφια. Καμιά φορά μαλώναμε, όταν ήμασταν παιδιά, για τα παιχνίδια, γιατί δε συμφωνούσαμε πάντα.
Τα αγόρια δεν ήταν τόσο περιορισμένα, όσο τα κορίτσια, ήταν πιο ελεύθερα. Οι γονείς μας, μας επέτρεπαν να βγαίνουμε από το σπίτι, όταν παίζαμε, αλλά μέχρι τις οχτώ το βράδυ έπρεπε να γυρίσουμε πίσω.
Όταν οι γονείς μας απουσίαζαν απ’ το σπίτι τη φροντίδα των παιδιών αναλάμβανε ο μεγαλύτερος απ’ αυτούς που έμεναν πίσω.
Αταξίες δεν έκανα και δεν τιμωρήθηκα ποτέ. Οι γονείς μας πολύ σπάνια τιμωρούσαν τα αδέρφια μου, γιατί δουλεύαμε από μικρά παιδιά και δεν είχαμε κουράγιο για αταξίες.
Β. Σχολική ζωή
Σχολείο πήγα ως τη δευτέρα Δημοτικού. Μετά πιάστηκε ο πόλεμος, σταμάτησαν τα σχολεία. Έκαναν χρόνια να ξανανοίξουν κι έτσι εγώ μεγάλωσα και πήγαινα για δουλειά.
Το σχολείο μου ήταν ωραίο, εξατάξιο, αλλά πολύ μακριά από το σπίτι μου. Πηγαίναμε με τα πόδια κι όταν έβρεχε παίρναμε παλιά σακάκια και κατσιλωνόμασταν (κουκουλωνόμασταν). Δεν είχαμε ομπρέλες τότε. Δεν μου άρεσε να πηγαίνω βρέχοντας στο σχολείο. Δεν μ’ άρεγε.
Ούλο το σχολείο πρέπει να ’χε διακόσια παιδιά και κάθε τάξη είχε το δάσκαλό της, έξι, αφού ήταν εξατάξιο. Μάθημα κάναμε απ’ τις 8 μέχρι τις 12. Είχαμε αναγνωστικό βιβλίο, πλάκα και γράφαμε αριθμητικές κι αν δεν τα ’χαμε καλά τα σβήναμε και τα ξαναγράφαμε. Είχαμε κι ένα κοντύλι για να γράφουμε. Χαρτζιλίκι δεν είχαμε και δεν παίρναμε τίποτε στο σχολείο. Τρώγαμε στο σπίτι, αν μας έφτιαχνε η μάνα μας λίγο τσάι ή λίγο γάλα, αν είχαμε. Στην ώρα του διαλείμματος παίζαμε, χορεύαμε, τρέχαμε …
Οι γονείς μου ήξεραν πολύ λίγα γράμματα, μόνο το Δημοτικό βγάλανε. Οι δάσκαλοι ήταν λίγο αυστηροί. Είχανε μια βέργα και μας έλεγαν «ανοίξτε τα χέρια σας». Ανοίγαμε τις παλάμες και χτυπάγανε. Καλοί μαθητές θεωρούνταν όσοι είχαν λίγο καλύτερο τον τρόπο κι είχανε τα τετράδια, τα μολύβια, τα βιβλία, δηλαδή οι πλούσιοι.
Στα μαθήματα δε με βοηθούσε κανένας. Η τσάντα μου ήταν από πανί. Πήρε η μάνα μου ένα πανί και το έφτιαξε σαν τσάντα, το γάζωσε στη μηχανή κι εκεί έβανα τα βιβλία μου.
Τα κορίτσια ντύνονταν με μακριά φουστάνια, κάτω από το γόνατο. Απλά φουστανάκια κι αν χάλαγαν βάναμε και μπαλώματα.

Γ. Παιχνίδια
Παίζαμε αμπάριζα, γουρούνα, κλέφτες, πλακάκια και κρυφτό. Στο κρυφτό κρυβόμασταν. Στα πλακάκια είχαμε δυο τρεις πλακούλες τις βάναμε μια πάνω στην άλλη κι από μακριά πετούσαμε άλλη πλάκα κι όποιος τα γκρέμαγε ήταν νικητής. Στην αμπάριζα είχαμε μια λούμπα (λακκούβα) έβαναμε μέσα ένα βάζο και είχαμε από ένα ξύλο κι όποιος το χτύπαγε και το πέταγε μακρύτερα εκειός (αυτός) ήταν ο νικητής.
Εμένα μου άρεσαν περισσότερο οι κλέφτες, γιατί το παίζαμε έξω απ’ το χωριό, σε ράχες, σε βουνά, ξυπόλυτοι, χτυπούσαμε κιόλας. Πετούσαμε και χαρταετό, όχι μόνο την Καθαρή Δευτέρα, αλλά και τον άλλο καιρό, όταν δεν είχαμε δουλειά να κάμουμε. Τον φτιάχναμε μ’ εφημερίδα, ζύμη από αλεύρι, με καλάμια και σχοινιά. Αγόρια και κορίτσια παίζανε όλα τα παιχνίδια μαζί. Στήναμε και παγίδες για να πιάνουμε πουλάκια.

Δ. Άλλα ενδιαφέροντα
Δεν είχαμε ελεύθερες ώρες. Κάναμε δουλειές: πήγαιναμ’ για νερό να φέρουμε στους γονέους μας, πήγαιναμ’ κι έφερναμε ξύλα για ν’ ανάψουμε τη φωτιά. Αυτά κάναμε τις ελεύθερες ώρες μας.
Δεν είχα παππού, ούτε γιαγιά … !
Περιπάτους κάναμε αρκετές φορές στο δασύλλιο του χωριού.
Κάλαντα τραγουδούσαν μόνο τ’ αγόρια και πηγαίνανε παρέες δυο – τρία παιδιά. Συνήθως τους έδωναν μύγδαλα, κανένα αβγό, μπορεί και καρύδια, Κάπου κάπου και καμιά τρύπια δεκάρα. Δεν είχανε τότε ο κόσμος. Τα βράδια ανάφταμε τη φωτιά, καθόμασταν γύρα γύρα απ’ το τζάκι στο μοναδικό δωμάτιο και ζεσταινόμασταν. Μετά έστρωναμε καταϊ στρωματσάδα εφτά παιδιά και κοιμόμασταν.
Κλέβαμε και καμιά φορά, άμα ήβρισκαμε ευκαιρία. Συνήθως κλέβαμε ρόιδα, αχλάδια, σύκα, σταφύλια. Ο ιδιοκτήτης δε μας καταλάβαινε, πηγαίναμε όταν έλειπε στα χωράφια και δεν ήταν στο σπίτι.
Στην εκκλησία πηγαίναμε συχνά κι όλη η οικογένεια. Τότε πηγαίναμε στην εκκλησία του χωριού που ήταν ο Άγιος Αθανάσιος κι ήταν μακριά απ’ το σπίτι. Όλοι πήγαιναν κάθε Κυριακή και γέμιζε από ανθρώπους. Τότε ο κόσμος πήγαινε στην εκκλησία.
Οι μεγαλύτεροι μας αντιμετώπιζαν άλλοτε καλά κι άλλοτε άσχημα. Ανάλογα πως φερόμασταν κι εμείς. Με τον αθλητισμό δεν ασχολούμασταν, γιατί τότε δεν ύπαρχανε αθλητισμοί στα χωριά. Τώρα, αν υπήρχαν στις πόλεις δεν το ξέρω.

Ε. Κοινωνική – Πολιτιστική ζωή
Διασκεδάζαμε μια φορά το χρόνο που γίνονταν το πανηγύρι, το Οκτώμπριο, στις 10 του μήνα. Τα τραγούδια ήταν μόνο δημοτικά. Σάμπως ξέραμε κι άλλα τραγούδια; … Στα σπίτια γλεντούσαμε όταν εγίνονταν γάμος, όταν παντρεύονταν κάποιος!
Το Πάσχα σηκώνομασταν νύχτα και πηγαίναμε στην εκκλησία. Έπειτα γυρίζαμε στο σπίτι. Ετοιμάζαμε το αρνί, το βάναμε στο σουφλί, το ψήναμε. Μερικοί, λίγοι, είχαν γραμμόφωνο.
Τα Χριστούγεννα πηγαίναμε στην εκκλησία. Η λειτουργία γίνονταν στις 4 η ώρα τη νύχτα. Την παραμονή είχαμε σφάξει το γουρούνι, την κότα και τα κρέμαγαμε για να ξημερώσει την άλλη τη μέρα. Έβαναμε κι ένα πιρούνι «μη μας τα πάρουν τα παγανά». Το σούφλαγαμε, αφού είχαμε γυρίσει απ’ την εκκλησιά, έφτιαναμε την κοτούλα μας σούπα, έτρωγαμε, κοιμόμασταν κι αυτό ήταν, δεν είχαμε διασκεδάσεις.
Την πρωτοχρονιά περιμέναμε τον πατέρα μας και τη μάνα μας να μας να μας κάνουν τον μπουναμά, έτσι το λέγαμ’ εμείς, μας έδωναν πότε πενηντάλεπτο, πότε δραχμή, πότε δεκάρες, δεν ήτανε πολλά χρήματα τότενε.
Τις Αποκριές σκωνόμασταν, φοράγαμε παλιά ρούχα και πααίναμε από σπίτι σε σπίτι, μασκαράδες και δε μας γνώριζε κανείς. Κάθε χρόνο στις μεγάλες γιορτές η οικογένεια νήστευε. Τρώγαμε ρύζι, λάχανα, πιο πολύ χόρτα, ιδιαίτερα τα Χριστούγεννα.
Εμένα περισσότερο μου άρεσε το κρέας, γιατί δεν τρώγαμε πολύ συχνά, τρώγαμε κάθε 8 και κάθε 15. Στις 15 μέρες φτιάχναμε και καμιά πίτα. Καλό φαγητό μόνο την Κυριακή μαγειρεύαμε. Τις καθημερινές δε βάζαμε κατσαρόλα στη φωτιά.
Στις ονομαστικές γιορτές έβραζαμε σιτάρι, έπαιρναμε σταφίδες, μύγδαλα, καρύδια, σουσάμια, ζάχαρες κι έκαναμε «πανχίδες», δηλαδή έκαναμε πιάτα και τα μοίραζαμε στο χωριό, στους συγγενείς. Έκαναμε και μια φουρνιά ψωμί, λειτουριές από ένα πιάτο καλοφτιαγμένο, καλά στολισμένο, και τς έβαναμε κι από μια λειτουριά, το λέγαμε πανχίδες τότε, και το πήγαιναμε στα σπίτια. Έκαναμε και γλυκά κι έρχονταν την άλλη τ’ μέρα συγγενείς, έλεγαν «χρόνια πολλά» έπαιρναν από ένα κομμάτι ραβανί κι έφευγαν.
Οι γυναίκες φορούσαν από ένα δαχτυλίδι κι ένα σταυρό, όχι πολλά κοσμήματα, ούτε στις επισκέψεις συνηθίζονταν τα δώρα. Με τους συγγενείς μας είχαμε σχέσεις. Ο κόσμος που ζούσε στα χωριά ήταν δεμένος.
Πηγαίναμε και στο παζάρι. Ψωνίζαμε παπούτσια, φορέματα, ανάλογα με τα χρήματα που ’χαμε, πηγαίναμε και στα όργανα. Συνήθως γίνονταν στις 10 Οκτωβρίου. Σ’ άλλες εκδηλώσεις δεν πηγαίναμε, γιατί δεν ευκαιρούσαμε, βρέθηκα όμως σε πολλούς γάμους. Εκεί βλέπαμε πως ντύνονταν η νύφη. Κάποια φορά προκειμένου να δω τη νύφη, ανέβηκα στο αμπάρι που βάναμε σιτάρι. Ο γάμος γίνονταν στα σπίτια τότε, στο σπίτι της νύφης. Ερχόταν ο παπάς στο σπίτι κι ο γαμπρός και τελούσαν το μυστήριο. Μετά ακολουθούσε γλέντι δυο μέρες, Σάββατο και Κυριακή.
Χρησιμοποιούσαμε και πολλά παρατσούκλια τότε. Όποιος δε μας άρεγε του κόλλαγαμε ένα βγάζοντάς το από τη φαντασία μας.
Στ. Εμπειρίες από την καθημερινή ζωή
Εμείς τα παιδιά σηκωνόμασταν πολύ νωρίς το πρωί για να πάμε στο σχολείο. Το βράδυ κοιμόμασταν γύρω στις 8:30 με 9:00, γιατί τότε δεν υπήρχε ηλεκτρικό και δεν μπορούσαμε ούτε να καθίσουμε, ούτε να διαβάσουμε με το λυχνάρι.
Τους γονείς μου τους βοηθούσα σε πάρα πολλές δουλειές, σχεδόν σ’ όλες. Από 5 – 6 χρονών πήγαινα στα καπνά. Οι γονείς και τα μεγαλύτερα αδέρφια μου φύτευαν κι εμένα μού ’χαν μια μικρή ποτιστρούλα για να ρίχνω στις ρίζες νεράκι.
Οι γυναίκες τότε εκτός από τις δουλειές του σπιτιού έκαναν κι άλλες. Ύφαιναν, έπαιρνανε μαλλιά να τα πλύνουνε, να τα γνέσνε, να τα υφάνουνε. Όσες ήξεραν έραβαν . Όλες τις δουλειές τις έκαναν. Θαλασσινά μπάνια δεν κάναμε, γιατί ούτε θάλασσα είχαμε, ούτε τα μέσα να ταξιδέψουμε μακριά.
Τα φαγητά, όταν πηγαίναμε στη δουλειά, έξω στα χωράφια, τα βάναμε στην κατσαρόλα και τα κρεμάγαμε απάνου (ψηλά) στο δέντρο έτσι ώστε να ήταν στον ίσκιο για να μην τα «χαλάσει» ο ήλιος. Οι γονείς μου για φαγητό έπαιρναν μαζί τους στα χωράφια ψωμί, τυρί, ελιές, ξύδι και λάδι. Τρώγαμε όλοι μαζί όπου ήμασταν στο σπίτι ή στο χωράφι.
Για ψώνια πηγαίναμε στο μπακάλη, όποια στιγμή τα χρειαζόμασταν. Χρησιμοποιούσαμε τότενε από δεκάρα μέχρι πενηντάρικο ή και κατοστάρικο. Αυτά κυκλοφορούσαν. Ταξίδια δεν κάναμε. Μέχρι το χωράφι πηγαίναμε, πουθενά αλλού, ούτε ξενιτεμένους είχαμε.
Όταν ήτανε η πείνα στην Αθήνα και δεν είχε ο κόσμος να φάει, ήρθε ένας συγγενής μας και τον εφιλοξενήσαμε για λίγο.
Τηλέφωνα δεν υπήρχαν. Στους φαντάρους ή σε κανένα συγγενή μακριά στέλναμε γράμμα, που αργούσε όμως να φτάσει.
Εκείνα τα χρόνια έγιναν πολλοί δυνατοί σεισμοί, κυρίως το 1939 – 1940. Ευτυχώς δεν προκάλεσαν σοβαρές ζημιές. Αργότερα το 1966, όταν πια παντρεύτηκα και ζούσαμε σ’ ένα παλιό σπίτι, έγινε ένας μεγάλος σεισμός. Εγώ είχα ένα μωρό. Το πήρα στην αγκαλιά να βγω έξω. Δεν ηύρηκα το διακόπτη να ανάψω το φως κι έμεινα στην πόρτα. Αν έβγαινα έξω οι πλάκες του σπιτιού που έπεσαν όλες θα με σκότωναν.
Μεγάλες αρρώστιες, που από τότε θυμάμαι, ήταν η πνευμονία και το χτικιό. Στο χωριό μας είχαμε δυο παθολόγους. Σε κοίταζαν, σ’ άκουγαν με τ’ ακουστικό, σού ’δωναν τα φάρμακα κι όποιος έχει την τύχη ζούσε. Η μητέρα μου από βότανα μάζευε χαμόμηλο, ρίγανη και τσάι. Τα ’πινες και … περδικάκι.
Υπήρχε και ένας κουρέας που ψαλιδόκοβε τους πελάτες του, τους γαϊδουροκούρευε στο κουρείο του. Κουρευόμασταν κάθε δύο – τρεις μήνες.
Στην Κατοχή οι Ιταλοί κατασκήνωσαν μπροστά στο σπίτι μας κι έκατσαν δυο χρόνια. Οι Ιταλοί ήταν πολύ καλοί άνθρωποι. Μας έδιναν συσσίτιο, γαλέτες, σαρδέλες κ.ά. Έδιναν πρώτα στους φαντάρους τους κι ό τι περίσσευε έβαζαν τα παιδάκια στη γραμμή και μας το μοίραζαν. Απ’ όλα μας έδωναν οι Ιταλοί, ακόμα και κονσέρβες. Οι Γερμανοί όμως μας έδιωχναν. Εκτελέσεις θυμάμαι απ’ το αντάρτικο. Έπαιρναν τον κόσμο απ’ τα σπίτια και τους σκότωναν, τους πέταγαν στις τρύπες άλλους ζωντανούς κι άλλους σκοτωμένους. Μάλιστα εμείς στο σπίτι μας είχαμε ένα θείο μας και τον κρύβαμε τρεις μήνες στον αχυρώνα. Είχαμε φτιάσει μια τρύπα μεσ’ στο άχυρο. Όταν του πηγαίναμε φαγητό, τον ξεσκεπάζαμε και βουλώναμε ξανά την τρύπα με άχυρο για να μην τον βρουν και τον εκτελέσουν. Απ’ τους βομβαρδισμούς φοβόμασταν, γιατί πέρναγαν οι οβίδες πάνω απ’ τα κεφάλια μας.
Ευχάριστο γεγονός ήταν όταν τελείωσε ο πόλεμος. Δυσάρεστο όταν πέθανε ο πατέρας μου κι ήμασταν μικρά παιδιά.
Ρολόι δεν είχαμε. Κοιτούσαμε τα αστέρια. Όταν έβγαινε ο αυγερινός, έπρεπε να πάμε για δουλειά. Από κει και μετά κοιτούσαμε τον ήλιο.
Ζ. Συνθήκες ζωής
Τις καθημερινές τα φαγητά μας ήταν φασόλια, φακές, κουκιά και ρεβίθια που μόνοι μας καλλιεργούσαμε. Για το κρύο, που ήταν πολύ, γιατί τότε δεν υπήρχαν ταβάνια, υπήρχαν μόνο κεραμίδια κι έμπαινε από κάτω ο αέρας, κουβαλούσαμε ξύλα το καλοκαίρι και τα βάζαμε στο τζάκι.
Το πατρικό μου σπίτι ήταν ένα μεγάλο δωμάτιο κι εκεί είχαμε και το τζάκι, εκεί και τα κρεβάτια, εκεί μαγειρεύαμε, όλα εκεί τα κάναμε. Ζώα δεν είχαμε πολλά. Μια γίδα για το γάλα. Είχαμε άλογα για την καλλιέργεια του χωραφιού κι έναν γάιδαρο για να μεταφέρουμε τα πράγματα που χρειαζόμασταν στο φιντάνι μας και για να μεταφέρουμε φαΐ και νερό. Το σπίτι δεν είχε νερό και το φέρναμε από πολύ μακριά με έναν τενεκέ στο κεφάλι. Μαγειρεύαμε στο τζάκι. Είχαμε μια πυροστιά. Έβαναμε την κατσαρόλα απάν’, έβαναμε κι ξύλα και πάαιναμε κάθε λίγο και λιγάκι εσιάζαμε τ’ φωτιά να μη σβήσει. Μόνοι μας φτιάχναμε και το ψωμί.
Για να πλύνουμε ανάφταμε φωτιά, έβαζαμ’ ένα καζάνι, έβαζαμε στάχτ’ μέσα στο καζάνι, έβραζαμε το νερό. Πέρναγαμε τα ρούχα ένα, δυο νερά στο χέρι και μετά τα εκάναμε κοφίνι κι τα βάναμε πόστα πόστα μες το κοφίνι. Ματάβαναμε απ’ απάν’ πάλι ένα χοντρό ύφασμα, έβαναμε τη στάχτη κι έριχναμ’ απ’ πάν’ δυο τρεις καζανιές κι γίνονταν κάτασπρα! Για να λουστούμε έβαναμε νερό σε μια λεκάνη, έπαιρναμε το σαπούνι, έκαναμε την αλισίβα και λούζομασταν. Στην αυλή, έξω, πλενόμασταν.
Για να σιδερώσουμε τα ρούχα, βάζαμε κάρβουνα απ’ το τζάκι στο σίδερο. Τα ρούχα μας ήταν παλιά με μπαλώματα και για τις γιορτές είχαμε απ’ ένα φουστανάκι ή ένα πολύ απλό κουστουμάκι για τα αγόρια για να πάμε στην εκκλησία. Τα ρούχα μας τα έραβε η μάνα μας με ύφασμα που αγοράζαμε.
Τίποτα δεν νοσταλγώ από εκείνη την εποχή. Όλο φόβους, τρόμους, πείνες και δουλειά. Τίποτε άλλο. Σήμερα η ζωή είναι πολύ καλή. Πολύ, πολύ καλύτερη από τότε.
ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ «ΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΩΝ ΠΑΠΠΟΥΔΩΝ ΜΑΣ» ΤΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ/ΜΑΘΗΤΡΙΩΝ ΤΟΥ 3ου ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ ΛΑΜΙΑΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ 2010, ΣΕ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΣΕΡ. ΚΑΚΟΥΡΑ – ΚΩΝ. ΜΠΑΛΩΜΕΝΟΥ
http://antigrafeus.blogspot.gr

±

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here