Όταν οι Έλληνες Ήταν Πρόσφυγες: Η ιστορία της κυρίας Γεωργίας από την Αίγυπτο ΠΟΥ ΘΑ σας κάνει να δακρύσετε!

0
51


Με λένε Γεωργία Τσουτσάνη. Το πατρικό μου είναι Μάχλη. Γεννήθηκα το 1945 στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Την μητέρα μου, την έλεγαν Μαρία Βοβοπούλου και είχε γεννηθεί το 1903. Όταν έκλεισε τα 18, την έστειλε η μαμά της από την Ρόδο σε μία θεία της στην Αλεξάνδρεια Αιγύπτου, λόγω του εμπόλεμου κλίματος.
Όταν έφτασε, της έκαναν προξενιό με τον πατέρα μου και παντρεύτηκαν. Τον πατέρα μου τον έλεγαν Νικήτα Μάχλη. Μαζί έκαναν 8 παιδιά. Τα 2 όμως πέθαναν όταν ήταν μωρά κι έτσι μείναμε 6. Εγώ ήμουν το τελευταίο παιδί της οικογένειας. Τον πατέρα μου δυστυχώς δεν τον γνώρισα. Είχε πεθάνει όταν ήμουν 4 μηνών. Ήταν εργολάβος κι έχτιζε πολυκατοικίες στην Αλεξάνδρεια. Αφού πέθανε, η μάνα μου άρχιζε να δουλεύει μαγείρισσα σε έναν καρδιολόγο και σε έναν χειρουργό.
Η ζωή ήταν πάρα πολύ όμορφη στην Αίγυπτο και οι σχέσεις μας με τους ντόπιους εξαιρετικές. Οι Αιγύπτιοι μας συμπεριφέρονταν πάρα πολύ καλά. Δεν τολμούσε κανείς να μας πειράξει, θα τον σκοτώνανε. Μας προστάτευαν πολύ. Χριστιανοί εμείς, μωαμεθανοί αυτοί, δεν είχαμε ποτέ πρόβλημα. Συμβιώναμε.
Εγώ βέβαια ήμουν διάβολος. Πείραζα τις Αιγύπτιες. Όταν έβλεπα κάποια να περνάει από κάτω με το ταψί με το φαγητό που είχαν στερεωμένο στο κεφάλι, μου έκανε εντύπωση. Της έβαζα τρικλοποδιά για να πέφτει κάτω το ταψί. Μετά πήγαιναν στη μάνα μου και πλήρωνε η μάνα μου τα σπασμένα. Και μετά με έβριζε που την έβαζα σε μπελάδες. Αλλά ήμουν παιδί, τι να πεις.
Η κυρία Γεωργία στα αριστερά μαζί με την αδελφή της

Η ελληνική κοινότητα στην Αλεξάνδρεια ήμασταν πολύ μεγάλη και οι περισσότεροι ήμασταν Δωδεκανήσιοι. Από Καστελόριζο, Σύμη, Ρόδο. Με τα χρόνια και με τον πόλεμο, έρχονταν συνέχεια Έλληνες να ζήσουν στην Αλεξάνδρεια. Άλλοι πήγαιναν στο Σουέζ, στο Κάιρο. Οι Έλληνες στην Αλεξάνδρεια δεν ήμασταν ούτε πλούσιοι ούτε φτωχοί. Μεσαία τάξη που λέμε. Και σαν παιδιά, δεν είχαμε στερηθεί τίποτα.
Εγώ πήγαινα σε ελληνικό σχολείο. Στο Κανισκέρειο. Μόλις τελείωσα το δημοτικό, η μητέρα μου με έβαλε δύο χρόνια στη Γαλλική σχολή. Μιλούσα αραβικά, ελληνικά και γαλλικά. Είχα τις φίλες μου, το σπίτι μου, τη ζωή μου. Και ξαφνικά το 1964 αποφασίζουν όλη η οικογένεια να φύγουμε. Αυτό που ξέρω εγώ είναι ότι τότε φύγαμε γιατί ο Νάσερ ζητούσε να βγάλουμε Αιγυπτιακή υπηκοότητα και να πηγαίνουν τα παιδιά στον Αιγυπτιακό στρατό. Δεν μας έδιωξε, μας έκανε όμως να μην έχουμε την επιλογή να μείνουμε. Έτσι, αποφασίσαμε να γυρίσουμε στην Ελλάδα. Έπρεπε να φύγουμε και να τα παρατήσουμε όλα. Όλα για όλα.
Φύγαμε με το καράβι για τον Πειραιά. Τότε φεύγαμε κανονικά με τα καράβια. Μπορούσαμε όμως να έχουμε μαζί μόνο 45 δολάρια συνάλλαγμα. Από τα υπάρχοντά μας μόνο τα ρούχα μας φέραμε με τις βαλίτσες. Τα αδέλφια μου είχαν παιδιά και κουβαλούσαν και τα παιδιά μαζί στο ταξίδι. Τα χρυσαφικά που μου είχε αγοράσει η μάνα μου, τα είχε κρύψει στη βαλίτσα για να μην τα βρουν στο τελωνείο. Ήταν πρώτα η φόδρα και μετά το χαρτόνι και τα είχε βάλει πίσω από το χαρτόνι.
Είχα τεράστια στενοχώρια που φεύγαμε. Έλεγα και πού θα πάω τώρα; Έχανα την παρέα μου, τα πάντα. Από τα πράγματα μου δεν πήρα τίποτα μαζί. Ήμουν τόσο στενοχωρημένη και λυπημένη. Μόνο τα ρούχα μου κάτι βαμβακερά και δερμάτινα πήρα και κάποιες φωτογραφίες.
Όταν φτάσαμε έκλαιγα κι έλεγα να φύγουμε από την Ελλάδα να πάμε πίσω, αλλά δεν γινόταν. Εγκατασταθήκαμε σε κάτι παλιά σπίτια στον Πειραιά. Είδα άλλα σπίτια, άλλες τουαλέτες, άλλο κόσμο. Να αφήνεις ένα σπίτι με εφτά δωμάτια, με τις τουαλέτες με τα πάντα και να έρχεσαι εδώ να είναι έξω στην αυλή η τουαλέτα και να βάζεις την γκαζιέρα να ζεσταίνεις νερό για να κάνεις μπάνιο. Άλλος κόσμος. Εγώ έκλαιγα. Αυτό έκανα. Ήθελα να πάω πίσω πίσω πίσω. Κι έκλαιγα, συνέχεια έκλαιγα. Εδώ ήρθε μόνο μία από τις φίλες μου. Η κολλητή μου έφυγε για Καναδά. Μια άλλη φίλη πήγε στο Γιοχάνεσμπουργκ.
Όταν φτάσαμε, οι Έλληνες μας αντιμετώπισαν μια χαρά. Δεν μπορώ να πω το ψέμα. Είχαμε πολύ καλούς γείτονες στον Πειραιά που μας βοήθησαν και μας στήριξαν. Τότε θυμάμαι πως μας είχε στηρίξει και η ελληνική κυβέρνηση. Μας είχε βγάλει μία κάρτα και πηγαίναμε κάθε μήνα στην Αθήνα και μας έδιναν ρύζι, ζάχαρη, μακαρόνια, λάδι, τα πάντα. Όταν ήμασταν στην Αίγυπτο δεν είχαμε ανάγκη τα συσσίτια. Είχαμε δουλειές τότε. Όταν φτάσαμε στην Ελλάδα, τα αδέλφια μου δούλεψαν ναυτικοί και η μητέρα μου μαγείρισσα σε μια δασκάλα. Εγώ δούλεψα για λίγο σε έναν Έλληνα από την Αίγυπτο που είχε ανοίξει στεγνοκαθαριστήριο.
Υπήρχε ένας Σύνδεσμος Αιγυπτιωτών Ελλήνων και γράφτηκα εκεί. Κάναμε παρέα μεταξύ μας όλοι οι Έλληνες της Αιγύπτου τον πρώτο καιρό. Κάναμε και ρεβεγιόν όλοι μαζί. Το ’66 παντρεύτηκα τον άντρα μου. Δεν ήταν όμως από την Αίγυπτο. Ήταν Πελοποννήσιος, Τριπολιτσιώτης και με περνούσε 11 χρόνια.

Στην οικογένεια μας συμπεριφέρθηκαν και οι Αιγύπτιοι καλά όσο ζούσαμε εκεί εκεί και οι Έλληνες όταν φτάσαμε εδώ. Τώρα βλέπω τις οικογένειες από την Συρία και στενοχωριέμαι. Ταυτίζομαι. Και βλέπω τα μωρά, και η καρδιά μου ανοίγει στην μέση, δεν μπορώ. Εμάς μας φέρθηκαν τόσο καλά εκεί και ντρέπομαι και λυπάμαι που τους φερόμαστε έτσι εδώ.
Σκέφτομαι τα χρόνια στην Αίγυπτο και πόσο μακρυά είναι όλα αυτά. Δεν ξαναγύρισα ποτέ από τότε. Ήθελα να πάω αλλά μου έλεγε ο άντρας μου “περίμενε να πάω στην σύνταξη να πάμε μαζί”. Αλλά δυστυχώς δεν πρόλαβε να με πάει…
Η ιστορία της κυρίας Γεωργίας, όπως την διηγήθηκε στη Μελπομένη Μαραγκίδου
vice.com/

±

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here