Μανώλης Χιώτης: Ο σολίστας του μπουζουκιού που “μάγεψε” τον Jimi Hendrix

0
166
Μανώλης Χιώτης: Ο σολίστας του μπουζουκιού που “μάγεψε” τον Jimi Hendrix

Την δεκαετία το ΄40 ο Μανώλης Χιώτης φευγει για την Αμερική ως κιθαρίστας και εξοικιώνεται πλήρως με την μουσική εκεί, μπλουζ, λατιν  και τζαζ.
        Το 4χορδο μπουζούκι ήταν αποτέλεσμα αυτής της εμπειρίας του, καθώς και η ανάγκη του να πιάνει ακόρντα κιθάρας, που μέχρι τότε δεν γινόταν με το προυπάρχον 3χορδο. Η τεχνική του καθοριστική για το μέλλον της ελληνικής μουσικής καθώς τα σόλα του Χιώτη ήταν ανεπανάληπτα και μη συγκρινόμενα. Οι λάτιν ρυθμοί στα τραγούδια του σε κυρίαρχη θέση, καθώς επίσης και τα λατινογενή μουσικά όργανα στις ορχήστρες του, να κρατούν πρωταγωνιστικό ρόλο.
        Στο  «Περασμένες μου Αγάπες», μια ανεπανάληπτη ρούμπα , ακούμε ένα σόλο, που δύσκολα το έχουμε ξανασυναντήσει από έγχορδο. Δικαιολογημένα , τότε  ο Jimi Hendrix εντυπωσιαστηκε…
        Το τραγούδι  «Την έδιωξα κι όμως την αγαπώ» βρίσκεται ανάμεσα στη δισκοθήκη  Jimi Hendrix εκείνη την εποχή.Το γεγονός οτι , βρισκόμενος ο Χιώτης στην Αμερική, έπαιζε στο διπλανό μαγαζί, που έπαιζε ο Χέντριξ , οδήγησε  τους δύο μουσικούς να γνωριστούν . Με έκδηλο θαυμασμό του Χέντριξ προς το πρόσωπο του Χιώτη, ως τον μεγαλύτερο δεξιοτέχνη παγκοσμιώς.
 «Ο Χιώτης είναι ο καλύτερος κιθαρίστας στον κόσμο», ομολόγησε ο Τζιμι Χεντριξ, μετά από ένα ρεσιτάλ στο Σικάγο.
        Ο Μανώλη Χιώτης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 21 Μαρτίου του 1921, κατ΄άλλους το 1920, με καταγωγή από την Χίο. Το Ναύπλιο ηταν ο τόπος από όπου είχε μετέβει η οικογενειά του στην Θεσαλονίκη. Ο ίδιος, αριστοκράτης και ρεμπέτης, μεγάλωσε στις γειτονιές των προσφύγων στο Ναύπλιο, με πατέρα τον εκ Πειραιώς Διαμαντή Χιώτη (γνωστός για τους καυγάδες του και την βαριά μαγκιά του) και μητέρα μια δυναμική γυναίκα, που διατηρούσε το πιο αριστοκρατικό μπαρ εκεί, με πλούσιους πελάτες και τις πιο όμορφες κοπέλες- σερβιτόρες, με τις οποίες αναπόφευκτα ο Χιώτης μεγάλωσε ανάμεσά τους, απολάμβάνοντας την φροντίδα τους. Όλα αυτά, σε συνδιασμό με την μητέρα του, να μην θέλει να του λείψει τίποτα και πρσφέροντάς του τα πάντα, είχαν ως αποτέλεσμα να αποκτήσει το αριστοκρατικό του στυλ και στην εμφάνιση αλλά και στον χαρακτήρα του.
        Στα 15 του βρίσκεται στην Αθήνα, να παίζει ως επαγγελματίας μουσικός δίπλα στον Στράτο Παγιουμτζή. Υπογράφει συμβόλαιο στην Columbia ως «διευθύνον πρίμο όργανο»  και γνωρίζεται με τον Μπαγιαντέρα.
        Χρησιμοποιεί πρώτος και τα τέσσερα δαχτυλα στο παίξιμό του, ενίοτε και τα πέντε. Μετά το τέλος του πολέμου εισάγει για πρώτη φορά τον ενισχυτή και προσθέτει την τέταρτη χορδή στο μπουζούκι στο οργανοποιείο του Ζοζέφ. Στο πάλκο δε, παίζονται  δύο μπουζούκια, το ένα με μεταλλικές χορδές και το άλλο με χορδές από έντερα, κάνοντας τον ήχο να μποιάζει με χροιά από ούτι.
        Στην προσωπική του ζωή δεν θα μπορούσε να ήταν λιγότερο τολμηρός, καθώς και οι τρεις γάμοι του είχαν πάντα κάτι από κινηματογραφικό ενδιαφέρον, και πόσο μάλλον ο γάμος του με τη Μαίρη Λίντα, που ήταν και καλλιτεχνικό ζευγάρι. Απέκτησε δύο παιδιά με τη Ζωή Νάχη, 14 ετών η ίδια όταν ο Χιώτης την απήγαγε και παντρέυτηκαν το 1954. Η Λίντα ήταν επίσης ανήλικη , όταν τη γνώρισε και την ερωτεύτηκε ο Χιώτης. Ο γάμος τους κράτησε 7 χρόνια. Τελευταία του συζυγος, η Μπέμπα Κυριακίδου με την οποία έκανε τις τελευταίες του εμφανίσεις στη σκηνή.
        Στην κρουαζιέρα στο Αιγαίο, σε μια προσπάθεια να τα βρουν ο Ωνάσης με τον Ρενιέ, ο Χιώτης ως καλεσμένος συνέβαλε καθοριστικά με τις πενιές του να φτιάξουν οι σχέσεις ακόμα και ανάμεσα στις δύο μεγάλες κυρίες τους, την Κάλλας και την Γκρέις Κέλλυ. Εξού και η ιστορική φωτογραφία με τα δύο ζευγάρια.
        Αλλάζοντας το μουσικό κατεστημένο εκείνης της εποχής, ο Χιώτης ήρθε σε σύγκρουση με τον Βασίλη Τσιτσάνη και με άλλους ρεμπέτες. Το λαϊκό όργανο νομιμοποιήθηκε, βγήκε από την <<απαγόρευση>>, του προστέθηκε μιά τέταρτη διπλή χορδή και μπήκε <<στην πρίζα>>.
        Το μπουζούκι ακόμα και είκοσι χρόνια σχεδόν μετά θεωρείτο ένα ευτελές όργανο, όταν και ο Χατζιδάκις και ο Θεοδωράκης εξακολουθούσαν να αντιδρούν. Όμως ο Χιώτης θα ήταν αυτός , που θα έδινε ένα τέλος σ΄ όλο αυτό, ενώνοντας τους μεγάλους αυτούς δημιουργούς στην ιστορική παρουσίαση του του «Επιταφίου» στο θέατρο «Κεντρικόν» το 1961 με σολίστα τον ίδιο και ερμηνευτές τούς Μπιθικώτση, Καζαντζίδη, Μαρινέλλα, Μαίρη Λίντα. Ήταν εκεί όπου ο Μπιθικώτσης θα καταρεύσει επί σκηνής και ο Χιώτης θα επέμβει δραστικά και γενναία, για να τον επαναφέρει.
        Ο χωρισμός του με την Μαίρη Λίντα του στοιχίζει. Ξεκινάει ο καρκίνος και τα τελευταία χρόνι της ζωής του ειναι δύσκολα. Το τελευταίο του τραγούδι έχει τον τίτλο «Θα κάνω ότι πέθανα, να δω ποιοι μ’ αγαπούνε»… Ανήμερα των γεννεθλίων του το 1970 πεθαίνει στην Θεσσαλονίκη και στο τελευταίο αντίο ο Γιάννης Καραμπεσίνης παίζει με το μπουζούκι του Χιώτη τα «Ηλιοβασιλέματα» με παρούσες τις τρεις συζύγους του.
        «Δεν υπάρχουν μπουζουξήδες, αλλά μπουζουκιστές» έλεγε χαρακτηριστικά ο Χιώτης.
        Ο Μάρκος Βαμβακάρης έλεγε «Όποιος δεν ήπιε ούζο στου «Μάριου» δεν λογίζεται μπουζουξής, δεν έχει θέση στην οικογένειά μας». Ο Μάριος Δαλέζιος διατηρούσε ένα στενόμακρο μαγαζάκι στην Ομόνοια στην οδό Ίωνος, γνωστό ως το «Στρατηγείο του Ρεμπέτικου». Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, Κώστας Βίρβος, Μάρκος, Στράτος, Χιώτης, Τσιτσάνης, Κηρομύτης, Σπόρος…είναι κάποια από τα ονόματα των θαμώνων…Όλοι πέρασαν από εκεί…
        Μαρτυρία του Γιάννη Σταματίου- <<Σπόρος>>:
         «Όταν με πήγε για πρώτη φορά στο μπαράκι ο συνάδελφός μου ο Σπύρος Ευσταθίου, φορούσα το καπέλο του σχολείου με την κουκουβάγια και κρατούσα από το ένα χέρι τα βιβλία και από το άλλο το μπουζούκι. Την είχα κάνει κοπάνα από το σχολείο κι όταν γύρισα στο σπίτι, ο πατέρας μου μού έδωσε ένα χέρι ξύλο, για πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή μου. Εγώ όμως είχα βαφτιστεί μπουζουξής μέσα στου «Μάριου». Εκεί έγινα μάρτυρας μιας πολύ γερής κόντρας ανάμεσα στον Τσιτσάνη και τον Χιώτη.
Ένα μεσημέρι κάθονταν σε διπλανά τραπέζια και συζητούσαν έντονα για το μουσικό ύφος στο λαϊκό τραγούδι. Σε κάποια στιγμή ο Τσιτσάνης υψώνει τη φωνή του και με τη γνωστή θεσσαλιώτικη προφορά του του λέει: «Τι είναι αυτά ρε που γράφεις τελευταία; Δεν ακούγονται για λαϊκά. Όλο μάμπο και σουίνγκ μου είσαι, όλο μοντέρνα».
Ο Χιώτης εκνευρίστηκε και είπε στον Τσιτσάνη:
«Ό,τι και να μου πεις, εγώ σε παίζω ολόκληρο πάνω στην κιθάρα μου».
«Κι εγώ σε παίζω ολόκληρο πάνω στο μπουζούκι μου», απάντησε ο Τσιτσάνης.
«Θα σου δείξω ποιος είναι ο Χιώτης», είπε θυμωμένος ο Μανώλης και μέσα σε μια βδομάδα είχε έτοιμες δύο συνθέσεις του, δύο βαριά λαϊκά με κοινωνικό χαρακτήρα: «Σύρτε και φέρτε τον παπά» και «Τι θέλεις, μάνα δυστυχισμένη, κι όλο τον Χάρο παρακαλείς».
                Και τα δύο επιτυχίες της εποχής, τραγουδισμένα από τον Τάκη Μπίνη. Στο πικάπ του Μάριου έπαικε ο δίσκος αυτός των 78 στροφών , πηγαίνοντάς τον ο ίδιος ο Χιώτης και όλοι ικανοποιήθηκαν από το βαρύ στυλ .
<<Στο πατάρι του «Μάριου>>  τέλος ήταν που βαφτίστηκα «Σπόρος» όταν με αποκάλεσε έτσι ο Μανώλης Χιώτης, επειδή φορούσα κοντό πανταλόνι κι έπαιζα πολύ ωραίο μπουζούκι» λέει ο Γιάννης Σταματίου…( απόσπασμα από το βιβλίο του αείμνηστου Πάνου Γεραμάνη (1945-2005) «Η ζωή μου ένα τραγούδι»)
        Ο Μανώλης Χιώτης εκτός από πραγματική ιδιοφυϊα ήταν και σπάνιος και ακέραιος  άνθρωπος. Ο θοδωράκης κρατούμενος στον Ωρωπό δέχθηκε την επίσκεψη του Χιώτη, ο οποίος δεν έδωσε δεκάρα για τη σημείωση του ονόματός του από τους ασφαλίτες. Μια εποχή κατά την οποία πολλοί σύντροφοι του Θοδωράκη είχαν <<εξαφανιστεί>> …
ΓΡΑΦΕΙ Η ΜΑΡΙΑ ΚΑΣΙΞΙΔΗ ΓΙΑ ΤΟ RADIOGREECE

±

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here