Ήρθε η μυρωδιά σου από κείνο το μαύρο το κεφαλομάντηλο το καλοδιπλωμένο, ακριβό ενθύμιο φυλαγμένο στο ξυλομπάουλο με τις θύμησες, που είχα χρόνια να τ’ αγγίξω.

0
71
Ήρθε η μυρωδιά σου από κείνο το μαύρο το κεφαλομάντηλο το καλοδιπλωμένο, ακριβό ενθύμιο φυλαγμένο στο ξυλομπάουλο με τις θύμησες, που είχα χρόνια να τ’ αγγίξω.
φωτοΚ,ΜΠΑΛΑΦΑΣ

Ήρθε η μυρωδιά σου από κείνο το μαύρο το κεφαλομάντηλο το καλοδιπλωμένο, ακριβό ενθύμιο φυλαγμένο στο ξυλομπάουλο με τις θύμησες, που είχα χρόνια να τ’ αγγίξω. Το κράτησα για λίγο… Και σε είδα ξανά. Να ανηφορίζεις αγκομαχώντας τις γιδόστρατες φορτωμένη με της ζωής σου τον τίμιο κόπο. Σε είδα να περπατάς μερόνυχτα για μια χούφτα αλεύρι, με καθάριο το βλέμμα στο ρυτιδιασμένο σου πρόσωπο. Είδα να σε ξεριζώνουν από το χωριό σου. Να κλαις έξω από το καμένο καλύβι σου. Να ντύνεσαι στα μαύρα πολύ νέα. Να διαβαίνεις μοναχικά μονοπάτια. Σε είδα σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία σ’ ένα κρύο λιμάνι να αποχαιρετάς το γιό σου. Σε είδα χάραμα στο υπαίθριο πέτρινο κουζινάκι σου να σκαλίζεις τη φωτιά για το ψωμί της μέρας, για όλους μας. Πάνω από μία σκάφη να λευκαίνεις τη φροντίδα. Στο ξεροχώραφο, σκυφτή με το τσαπί, να ανοίγεις αυλάκι με τα ροζιασμένα χέρια σου που γίνηκαν τρυφερή αγκαλιά που ανάστησε παιδιά κι εγγόνια. Ζεστάθηκα με το μάλλινο φανελάκι της ρόκας σου. Σε είδα στις χαρές μας να λάμπεις παραπανίσια απ’ όλους. Σε είδα σε μια ροδιά στον κήπο που εσύ την είχες φυτέψει. Στα λουλούδια στην αυλή. Σε είδα σε εκείνο το αγαπημένο κέντημα που μένει ακόμη έτσι κατάλευκο στο ίδιο σημείο. Σε ένα κιτρινισμένο γράμμα από την ξενιτιά. Στο ξεχασμένο βοσκοράβδι σου στη γωνιά. Σε είδα στα πετρωμένα τα χωριά να κρατάς την Ελλάδα ζαλίγκα στην κυρτωμένη ράχη σου, Ευρυτάνισσα γιαγιά…
(Αφιερωμένο στη μνήμη της γιαγιάς μου Mαρίας…)
“Ευρυτάνας ιχνηλάτης”

±

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here