ΓΛΥΚΟ ΚΕΡΑΣΙ καί ΠΟΡΤΟΚΑΛΑΔΑ απ’ το ΠΗΓΑΔΙ.

0
89
ΓΛΥΚΟ ΚΕΡΑΣΙ καί ΠΟΡΤΟΚΑΛΑΔΑ απ’ το ΠΗΓΑΔΙ.

Απομεσήμερο μιας ζεστής Κυριακής του Σεπτέμβρη, σε άλλο χωροχρόνο, σένα ημιορεινό Ακαρνανικό χωριό, στα μέσα τής δεκαετίας “50, στήν άκρη μιάς λιθόστρωτης πλατείας καί κάτω από μια μαγευτική βουκαμβίλια με άσπρα, μώβ καί κόκκινα λουλούδια ( ήταν τρεις οι βουκαμβίλιες,με τα κορμιά τους αγκαλιασμένα και τα κλαδιά τους πλεγμένα) ένας αγέρωχος, ομορφοπλασμένος ψηλός άνδρας, με μαύρο πουκάμισο καί κρητικό μαύρο μαντήλι( σαρίκι) στό κεφάλι , κρατάει ένα μεγάλο γυάλινο βάζο, πούχει μέσα, ίσα με το ένα τρίτο, γλυκό τού κουταλιού κεράσι. Μέ ένα κουτάλι με μακρύ χερούλι, χτυπάει το γυάλινο βάζο, σαν σήμαντρο κι ο ήχος του σκορπίζεται σ’ ολη την γειτονιά. Είναι κάλεσμα αυτός ο ήχος της γλυκιάς καμπάνας.Καί νάσου από παντού ξεπροβάλουν καί καταφτάνουν καμιά εικοσαριά πιτσιρίκια,- σκονισμένα καί λερωμένα απ το παιχνίδι στίς αλάνες, με τα κοντά φτωχικά παντελονάκια τους, τα λίγα κοριτσάκια με τα μακρυά ταλαιπωρημένα, πολυφορεμένα φουστανάκια τους- μπαίνουν στη σειρά, μπροστά από τον γενειοφόρο χαμογελαστό άνδρα, πού φαίνεται σαν να ιερουργεί.Μοιάζουν σαν να περιμένουν ευλαβικά την μεταλαβιά καί τ’ αντίδωρο απ’του παπά, το χέρι.Καί χωρίς μάλιστα να έχουν εξομολογηθεί, -λές καί τα παιδιά μπορεί ποτέ νάχουν αμαρτίες-.Ένα, ένα τα παιδάκια με την σειρά τους, κοινωνούν από μια γεμάτη κουταλιά γλυκό κεράσι με μπόλικο σιρόπι, που τούς βάζει στό στόμα ο ιερουργός καί ξαναπερνούν μέχρι να τελειώσει κι η τελευταία σταγόνα.Οταν τελειώσει τό γλυκό, ξαναχτυπάει ο άνδρας την γυάλινη καμπάνα με τό κουτάλι την λήξη τής γιορτής καί τα πιτσιρίκια,γλυκαμένα καί χαρούμενα χάνονται στα στενά καί στίς αυλές του χωριού.Ο τόπος σ’ αυτό το χωριό, το χτισμένο στην πλαγιά του βουνού, είναι τραχύς καί άγριος.Ίδιες κι οι ζωές των ανθρώπων ( πάνω από 600 εξακόσιες ψυχές) σκληρές και στερημένες. Επειδή πέρασαν τα αδιανόητα χειρότερα – ξενική κατοχή, πείνα με πρησμένες κοιλιές, εμφύλιο πόλεμο και αστέγνωτο αίμα – κουράστηκαν, στέγνωσαν οι ψυχές τους από μίση καί πάθη, μπαϊντλησαν κι έτσι σιγά σιγά άφηναν πίσω τους την μαύρη δεκαετία καί κάθε μέρα – παρά τίς δυσκολίες, τις οδυνηρές μνήμες καί τις στερήσεις- γινόταν καί λίγο καλύτερη η αυριανή.Άνθιζαν οι ελπίδες κι΄οι προσδοκίες για μιά υποφερτή ζωή.Ο άνδρας με το βάζο του γλυκού κάτω απ την βουκαμβίλια,-αν κι είναι λίγο παραπάνω απ τα σαράντα, τόν φωνάζουν μπάρμπα-Φώτη- έχει το μοναδικό καφενείο-παντοπωλείο-ψιλικατζίδικο- μεζεδοπωλείο κλπ στην λιθόστρωτη πλατεία, που τόν καλό ζεστό καιρό, είναι γεμάτη μικρά στρογγυλά σιδερένια τραπεζάκια και ξύλινες με ψαθί καρέκλες καί μ’ ένα τεράστιο πλάτανο να την σκιάζει καί να δροσίζει τόν κόσμο τα καλοκαίρια.Πέτρινο μεγάλο το καφενείο, με σκούρα κεραμίδια, δύο ψηλές ξύλινες πόρτες( η μία βόρεια στο πλάι) καί έξη μεγάλα παραθύρια. Ο μέσα χώρος είναι σχεδόν μοιρασμένος , μπροστά καμιά δεκαριά ξύλινα τραπεζάκια, με τίς καρέκλες τους, καί πίσω το μπακάλικο, κι ο χώρος με την χόβολη για τον καφέ, το ψυγείο πάγου,τό πάγκο με τά λουκούμια, τις μπουκάλες με ούζο καί τσίπουρο, τα βάζα με τις καραμέλες…. κι’όλα τα αναγκαία και απαραίτητα.Τά δύο τελευταία πλαϊνά παραθύρια του παντοπωλείου,ήταν πιό χαμηλά απ’ τ΄ άλλα ΄τέσσερα.Κι’ αυτό γιατί ,απ’τ’ αριστερό χαμηλό παραθύρι , πούχε κι ενα μικρό σκέπαστρο για την βροχή, ψώνιζαν μόνο οι γυναίκες, οί οποίες -λόγω ηθών της εποχής-ντρέπονταν να διασχίσουν τον χώρο του καφενείου με τους άνδρες, που έπαιζαν χαρτιά (ξερή, πρέφα ή δηλωτή) κι έπιναν καφέ, τσίπουρο τον χειμώνα καί ούζο το καλοκαίρι,—……….. κί έτσι, δέν έμπαιναν μέσα ,αλλά απο κει απ το παραθύρι οι θηλυκές υπάρξεις, έδιναν την παραγγελία τους καί έπαιρναν τα ψώνια -κατά κανόνα βερεσέ-, που τά’γραφε ο μπάρμπα- Φώτης στο τευτέρι, της κάθε αναγκεμένης οικογένειας.Απ’ έξω απ’ το χαμηλό δεξιό παραθύρι, σχεδόν σε επαφή καί στο ύψος του, βρισκόταν τό σούελο (στόμιο) ενός βαθιού πηγαδιού με κρύο νερό. Εκεί μέσα στο πηγάδι, σ΄ενα καλάθι, για νά μην ζεσταίνονται είχε τις λεμονάδες,πορτοκαλάδες, καί γκαζόζες ο μπάρμπα Φώτης κι’ όταν οι πελάτες ζητούσαν αναψυκτικά, τράβαγε από μέσα το σκοινί, ανέβαινε το καλάθι κι έπαιρνε – έφτανε τό χέρι του μέχρις εκεί- όσες λεμονοπορτοκαλάδες χρειαζόταν.Στό τέλος τού σκοινιού είχε προσθέσει μιά αλυσίδα δύο μέτρων, με αποτέλεσμα όταν ανέβαινε τό καλάθι και πρίν φτάσει στην κορυφή, να σέρνεται η αλυσίδα στό πέτρινο σούελο καί να μεταφέρει τον μεταλλικό της ήχο καί τό σύνθημα,αρκετά μακριά.Ο σκοπός τής αλυσίδας, ήταν να την ακούσουν να κροτά, τα πιτσιρίκια πού έπαιζαν στα στενά, στίς αλάνες καί αυλές καί οι πιο άφοβοι καί γρήγοροι, να τρέξουν – ήταν αθέατοι απ το λιθόστρωτο της πλατείας- καί μόλις φτάσει τό καλάθι στην επιφάνεια, να αρπάξουν δυό- τρείς πορτοκαλάδες, αμέσως να εξαφανιστούν καί για να τις μοιραστούν- ανάλογα στα τρία η στα τέσσερα την κάθε μία- κάπου κρυμμένοι παραπέρα.Όταν τραβούσε το σκοινί ο μπαρμπα Φώτης καί άρχιζε η αλυσίδα να καλεί τα πιτσιρίκια για την ‘αρπαγή’, έλεγε στούς παρευρισκόμενους. < “Τώρα τσιμπάει η μαρίδᔨ> κι όταν τα μικρά εφορμούσαν στό καλάθι, αυτός από μέσα απ το παραθύρι, φώναζε δήθεν απειλητικά.< Άχ καί δεν θα σας πιάσω!!, αλοίμονό σας τότε>.Δέν την μπορούσε την ελεημοσύνη, δεν άντεχε να τόν παρακαλούν τα μικρά για μια πορτοκαλάδα,ή ένα λουκούμι, δέν ήθελε να του λένε ευχαριστώ καί σάν να ντρεπόταν όταν το άκουγε, γιαυτό όταν στό μαγαζί, το γλυκό κεράσι,σταφύλι η κυδώνι, στο γυάλινο βάζο,έφτανε κάτω απ τήν μέση καί έβγαινε έξω, χτυπώντας το γυαλί σαν σήμαντρο, να κοινωνήσει τα πιτσιρίκια τούς έλεγε.< Δέν θελω να μου λέτε ευχαριστώ!!! , ξέρω να διαβάζω καλά τά μάτια σας>> Γι’ αυτό τον λόγο, σκέφτηκε την φωνή της αλυσίδας,όπου με όρους αξιοπρέπειας καί καθαρούς κανόνες, θα παίζονταν τούτο το παιχνίδι.Η αλυσίδα καλούσε, τα πιτσιρίκια έτρεχαν να αρπάξουν καμιά πορτοκαλάδα για να γλυκοξεδιψάσουν, αυτός δήθεν τά φώναζε – γιατί δεν ειναι καί σωστό να παίρνεις κάτι που δεν σού ανήκει- εκείνα με την σειρά τους, δεν έκαναν ποτέ κατάχρηση καί απληστίες καί πάντα τα άδεια μπουκάλια – που τότε ηταν πιό ακριβά από το περιεχόμενο- τα επέστρεφαν κρυφά καί τα’ βαζαν δίπλα στο πηγάδι.Αυτός ο άνδρας, με την βαριά θωριά, τα χαμογελαστά μεγάλα μελιά μάτια, μοσχοβολούσε ανθρωπιά, καλοσύνη,αξιοπιστία και ηθική μεγαλοσύνη.Ήταν από άλλα ηθικά καί δίκαια, υλικά πλασμένος, δεν χωρούσε στο μυαλό του, πως μπορεί κάποιος νάναι καλοταϊσμένος καί να νιώθει ευτυχής, όταν τα παιδιά του γείτονα κοιμούνται πεινασμένα.Αυτός ήταν ο χαρακτήρα του, ο δαίμονας κί άγγελος του συγχρόνως.Τά τρόφιμα τού παντοπωλείου δεν τα ζύγιζε ακριβώς με τα δράμια, αλλά ανάλογα με την ανέχεια, τίς ανάγκες της κάθε οικογένειας, που τις γνώριζε απ έξω κι’ ανακατωτά. Ήταν ένας παραζυγιαστής, που έκλεβε τον ευατό του.Ενώ στις εξήντα- εβδομήντα οικογένειες,που είχαν κάποιο βιός, ήταν ακριβοδίκαιος και ζύγιζε μέχρι δράμι τα τρόφιμα , στούς αναγκεμένους, καί στά φτωχά νοικοκυριά, πάντα έβαζε λίγο παραπάνω ( φακές, ρεβύθια,ζάχαρη, ρυζι, πάστα, φωτιστικό πετρέλαιο για τις λάμπες κλπ) καί κέρναγε καί κανένα λουκούμι καί καραμέλες γάλακτος, τα μικρά παιδιά πού περίμεναν στό σπίτι.Πώς να δώσει στην κυρά- Τασία, με τα τρία μικρά ορφανά παιδιά της !( ας όψεται ο πόλεμος, που πήρε τόν πατέρα τους),μισό κιλό παστό μπακαλιάρο καί μισό κιλό ρύζι, για να φάνε δυό μέρες.Δέν άντεχε των άλλων την δυστυχία κι έτσι τόκανε κιλό καί βάλε, καί το’γραφε βερεσέ στό τευτέρι της, με μολύβι, για να μπορεί να σβήνει καί να διαγράφει απο μόνος τα χρέη, ανάλογα μέ την μικρή σοδειά της οικογένειας, αλλά και τα δικά του γεννήματα καί εισοδήματα.Ο μπάρμπα Φώτης , καταγόταν από εύπορη οικογένεια – με τα δεδομένα της περιοχής και της εποχής- κι’οι τρείς αδερφές του, ήταν καλοπαντρεμένες ( η πρώτη με καπνέμπορο απ το Αγρίνιο) καί καλοπροικισμένες.Εκτός απο το μαγαζί, είχε καμιά εκατοστή γιδοπρόβατα, που τάχε δώσει μισακά σ’ έναν βλάχο τσομπάνη ( αυτά είχανε γλυτώσει απ την καταστροφή τής Υπαπαντής στις 2 φλεβάρη του 1952-, όταν βαρύς χιονιάς με δυό μέτρα χιόνι στο βουνό, έθαψε τα ζωντανά του χωριού καί ούτε τα μισά δεν είχαν σωθεί) …..νοίκιαζε καμιά εικοσαριά στρέμματα, καπνοχώραφα στο κάμπο, σε μια οικογένεια σέμπρων απο το Βάλτο κι είχε κι ενα κτήμα χαμηλά στο λόφο, με αμπέλι,ελιές, αμυγδαλιές, μια συκιά, λεμονιά,κυδωνιά,σκαμνιά καί επειδή ήταν καί ποτιστικό φύτευαν καί κηπευτικά ( ντομάτες, φασολάκια, μελιτζάνες κλπ)Τό κτήμα το φρόντιζε η γυναίκα του η κυρά Σοφία μαζί με τόν Αναστάση τον παραγυιό ( ενα ορφανό τού εμφυλίου παιδί, καλοσυνάτο, πρόθυμο καί χαμογελαστό, αλλά με λίγο λειψό μυαλό).Η όμορφη,λιγερή,ταπεινή, γλυκειά Σοφία, ήταν κόρη νομάδων βλάχων απ την ανατολική ορεινή Πίνδο, οι οποίοι κάθε χρόνο,κοντά στην γιορτή του Αγιου Δημητρίου έφερναν τα προβατά τους στα χειμαδιά της Ακαρνανίας ( οι βοσκότοποι αυτοί ανήκαν στην οικογένεια του Φώτη) καί τόν Απρίλη (του Αγίου Γεωργίου) έφευγαν καί πάλι να ξεκαλοκαιριάσουν στα βουνά της Πίνδου.Τά δυό παιδιά , ερωτεύθηκαν,αγκαλιάζονταν μόνο τους χειμώνες καί παρά τις αντιρρήσεις του πατέρα του, πού τούχε έτοιμη ευκατάστατη νύφη καί δεν ήθελε να πάρει ο μοναχογιός του κόρη σέμπρων τους, εκείνα παντρεύτηκαν με τιμή το 1948.Ευτύχησαν , γιατί είχαν μεγάλη αγάπη, τό ίδιο χαρακτήρα, ο Φώτης ήταν καλός καί υπομονετικός κι η Σοφία τον θαύμαζε, τού αναγνώριζε θάρρος καί αρετές καί χωρίς να του το εκμυστηρευτεί ποτέ, του χρωστούσε την όμορφη ζωή, που περνούσε στο πλάι του καί νοερά καθημερινά τόν ευγνωμονούσε που την απάλλαξε απ την βασανισμένη, κατατρεγμένη ζωή των νομάδων κτηνοτρόφων.Δέν είχε ευλογηθεί να καρπίσει η γενιά του Φώτη και τής Σοφίας, δέν είχαν παιδιά δικά τους καί συναφείς υποχρεώσεις, οπότε σαν νοικοκύρηδες καί ολιγαρκείς, μπορούσαν να πραγματώσουν τις επιθυμίες τους καί με πράξεις καλοσύνης να μιμηθούν τόν Θεό.Υπάρχουν κι αυτοί οι Άνθρωποι, που θέλουν να είναι, γενναιόδωροι των αδυνάτων, καλοί σαμαρείτες των ανήμπορων, καί αρωγοί των φτωχών καί αποκαμωμένων.ΟΙ ΝΥΧΤΕΣ των ΠΟΛΕΜΩΝΑυτός ήταν ο παράξενος, καλο-ιδιότροπος μπάρμπα- Φώτης, που τις κυριακές καί τις γιορτές, φορούσε στό κεφάλι του, εκείνο το χειροποίητο μαύρο κρητικό μαντήλι ( σαρίκι) με κρόσσια, σάν να’τανε πλεκτά δάκρυα καί με το μαύρο του πουκάμισο καί τήν κυπαρισσένια του θωριά, έμοιαζε με αετό του Ψηλορείτη, που ξεμάκρυνε, πέρασε το πέλαγος κι έκαστε, σ’ενα μικρό χωριό της Ακαρνανίας.Ηταν το ματωμένο μαντήλι, δώρο του αδερφικού του φίλου, του Γιωργή, απ τις Αρχάνες της Κρήτης, τού συμπολεμιστή του στο Αλβανικό μέτωπο.Βρέθηκαν στήν ίδια διμοιρία, τα δυο παλικαρόπουλα, απ’ τις αρχές του Νοέμβρη του 1940 και φιλιώσανε σαν αδέρφια.Μαζί στην πρώτη γραμμή τής φωτιάς, παίζανε κρυφτό με τον χάρο, καί πολεμάγανε με εχθρό, πείνα, ψείρες, κακουχίες, παγωνιά και χιόνια.Τούς βρήκε ο Μάρτης του 41, πέρα βαθειά στην Βόρειο Ήπειρο,στην Τρεμπεσίνα κοντά στην Κλεισούρα.Εκεί στό λόφο μέ τις καστανιές , στίς 9 του Μάρτη του 41, ξεκίνησε η Ιταλική εαρινή (Πριμαβέρα) επίθεση.Ήταν το βράδυ της αποκάλυψης, με εκατοντάδες κανόνια να βροντούν καί χιλιάδες οβίδες να ισοπεδώνουν το λόφο, να διαπερνούν τίς πρόχειρες οχυρώσεις, να κόβουν σάρκες ανδρών καί να στέλνουν νέες βασανισμένες ψυχές, άκαιρα καί άδικα στό άλλο κόσμο.Μές τήν φωτιά, τους κρότους της κόλασης, την λασπουριά, το κρύο καί τίς απόκοσμες στιγμές, σε κείνα τα ανασκαμμένα χώματα με τα κόκκινα ρυάκια , ακουγόταν ουρλιαχτά, πονεμένα βογγητά, ανδρίκια κλάματα, φωνές για βοήθεια των λαβωμένων, παρακλήσεις στην Παναγιά κί η ιερή παρηγοριάς λέξη < ωχ Μανούλα μου> απ τα χείλη των παιδιών, που έχαναν καί την τελευταία σταγόνα αίμα καί τώρα παρέδιδαν την ψυχή τους στον δημιουργό.Εκεί στό όρυγμα, η σιδερένια μηχανή του θανάτου, λάβωσε με θραύσμα οβίδας τόν αριστερό ώμο του Φώτη καί θέρισε τα σπλάχνα τού Γιωργή.Στά μαρμαρένια αλώνια ο Γιωργής, δίπλα στην μεγάλη πόρτα τού άπειρου, ξεψυχάει κι ο λαβωμένος Φώτης σπαρακτικά να του φωνάζει..,, Κάνε λίγο κράτει αδερφέ μου! έρχεται ο νοσοκόμος, νάτος ήρθε κιόλας !! απ’ εδω θα βγούμε ζωντανοί Γιωργή..!!!Ο Γιωργής ακουμπισμένος σένα λιθάρι, στο φως των εκρήξεων της κόλασης…. ένιωσε, κατάλαβε το αδιανόητο καί σαν να’δε μπρος του, χαμογελαστό τον δρεπανηφόρο αρματηλάτη.Τότε μές το χαμό καί τον παραλυτικό φόβο τού θανάτου, – όπως είχανε προσυμφωνήσει, αν σκοτωνόταν ο ένας απ’ τους δυό- έβγαλε ο Γιωργής, το χρυσό σταυρό απ το λαιμό του, την βέρα του, έναν αναπτήρα (τσακμάκι-πυρόβολος) με φιτίλι ποτισμένο στό αίμα κι ένα μαύρο μαντήλι απ την τσέπη του ματωμένου αμπέχονου και ψιθυριστά λέει τις τελευταίες του επιθυμίες< Φώτη, τον σταυρό να τονε δώκεις στην μάνα μου καί μην της πεις τίποτις , θα της τα πώ εγώ, στα ονειρατά της,…. την βέρα να τηνε δώκεις στην αρραβωνιαστικιά μου την Ροδούλα καί πες της ότι δεν θέλησε ο θεός αυτό τον γάμο….. στον πατέρα μου να δώκεις τον πυρόβολο καί να του πείς οτι δεν δείλιασα, τίμησα τη γενιά μας καί εσύ φίλε κράτα το σαρίκι μου, να με θυμάσαι, αδερφέ μου!Όταν έφεξε, φάνηκε το φρικιαστικό ανθρώπινο σφαγείο. Τόσα πολλά όμορφα παιδιά , καταγής, ξέπνοα, με τις πληγές ανοιχτές και ψυχές τους ακόμα να αχνίζουν.Ο Φώτης τραυματισμένος και να αιμορραγεί, βρίσκεται σε άλλη εξώκοσμη διάσταση, σε άβυσσο ονείρου και ξύπνιου καί μένει δίπλα σχεδόν γαντζωμένος στόν άψυχο Γιωργή, μέχρι νάρθουνε να τονε πάρουνε με το ζόρι,οι τραυματιοφορείς, για να φροντίσουν τον σμπαραλιασμένο ώμο του.Ο Γιωργής έμεινε γιά πάντα στά μακρινά χώματα πού πότισε με τό αίμα του, με μιά δέηση απ το στρατιωτικό ιερέα, μες τον ορυμαγδό τού πολέμου, χωρίς τον θρήνο τής μάνας, ούτε ένα καντήλι να φέγγει το μονοπάτι για τον κόσμο τών σκοτωμένων, μόνο ένας ξύλινος σταυρός με τ’ όνομά του.Η πρώτη βροχή κι ο δυνατός πήραν μαζί τους το σταυρό, χορτάριασε τήν άνοιξη ο τόπος και ο Γιωργής αγκαλιά με αγριολούλουδα, λιθάρια καί παπαρούνες κάπου κοιμάται μοναχός στην πλαγιά της Τρεμπεσίνας καί κανείς δέν ξέρει πιά πού βρίσκεται αυτός και τ άλλα σκοτωμένα παιδιά!Τόν επόμενο μήνα,τον Απρίλη πλάκωσαν με τα τάνκς κι οι κερατάδες οι Γερμανοί, ήρθε η συνθηκολόγηση κί η πατρίδα υποδουλώθηκε.Ο Φώτης, που πάντα φορούσε πένθιμο μαύρο πουκάμισο, επέστρεψε στο χωριό του, έγιανε το τραύμα του – αν κι έμειναν μέσα στο κόκκαλο μολυβένια θραύσματα καί τον πονούσε, όταν άλλαζε ο καιρός σε νοτιά- αλλά το φθινόπωρο του 1942, δεν άντεξε, ανέβηκε στό βουνό, γίνηκε αντάρτης καί μέχρι τον Νοέμβρη του 44, ήταν ενας ελεύθερος πατριώτης πολεμιστής.Ο εμφύλιος, εκείνη η σκοτεινή περίοδος, τού λιάνισε την ψυχή, λόγω τού χαρακτήρα του, τών δημοκρατικών του πεποιθήσεων της συμπόνιας του για τούς άλλους καί της μεγάλης του καρδιάς, δεν χωρούσε στο λογικό του η αδερφική αλληλοσφαγή καί συνειδητά δεν συμμετείχε καί κράτησε αυστηρή ουδετερότητα.Γι’ αυτό κυνηγήθηκε καί το πλήρωσε διπλά,συχνά τόν καλούσε η ασφάλεια Αγρινίου“για υπόθεσή του” επειδή η κάθε αντιμαχόμενη παράταξη, τον χρέωνε στούς αντιπάλους,… Δεν είναι με μας,.. άρα είναι, με τούς εχθρούς μας.Η ξενική κατοχή καί το αντάρτικο δεν του επέτρεψε, να πάει στην Κρήτη στους γονιούς τού Γιωργή, για να εκπληρώσει το τάμα του καί τις προσταγές της ψυχής του αδερφικού του φίλου.Τόν Θεριστή του 45, αν καί υπήρχε μεγάλη αναταραχή στη χώρα, διωγμοί, μίση καί πάθη, κατάφερε επιτέλους με ενα θαλασσοπνίχτη σαπιοβάπορο, να φύγει για την Κρήτη.Κάθησε τρείς μέρες σε κείνο το όμορφο του Γιωργή,με την μακρυνή θέα στο κρητικό πέλαγος, είδε τούς χαροκαμένους γονείς καί συνταράχτηκε απ την ομοιότητα καί την ευωδιά της καλοσύνη τους. Έκλαιγε η μάνα με αναφυλητά όταν τον αγκάλιασε καί του λεγε τρυφερά<Ηρθες κοπέλι μου ! Γιωργή μου, ήρθε ο αδερφός σου!>> έκλαιγε κι εκείνος,σαν άνδρας, παιδί καί πληγωμένο αγρίμι συνάμα.Γνώρισε τούς τρείς λεβέντες αδερφούς του Γιωργή, καί την πεντάμορφη αρραβωνιασμένη αδερφή του, κι ένιωσε σάν στό σπίτι του, κι όλους τούς καλούς αυτούς ανθρώπος, νάναι η οικογένειά του.Όταν είδε κάι πήρε ευλαβικά στο χέρι της, τον σταυρό του παιδιού της, η μάνα, τόν μύρωσε με τα δάκρυά της, σταυροκοπήθηκε καί είπε << θα τονε πάρει το εγγόνι μας, τό κοπέλι, του γιού μας του Μανωλιού, που θα τονε βαπτίσουμε τον άλλο μήνα καί τ’ ονομά του θάναι Γιωργής!>>Ο πατέρας με την άσπρη γενειάδα, τό κουρασμένο πρόσωπο καί τα ροζιασμένα χέρια, χάιδευε τόν πυρόβολο με το ξεραμένο αίμα του γιού του στό φιτίλι καί σιγοτραγουδούσε ένα λυπητερό ριζίτικο, να σου σκίζει την καρδιά.Τή χρυσή βέρα δεν την έδωκε στην Ροδούλα, γιατί εκείνη μετά από δύο χρόνια το 1943, έφτιαξε ξανά την ζωή της, παντρεύτηκε, απόκτησε δυό κοπέλια καί είχε επιστρέψει καί την δική της βέρα στους γονείς του Γιωργή.Τήν βέρα της αρραβωνιαστικιάς μέ χαραγμένο τό όνομα του Γιωργή, την είχε τοποθετήσει, η μάνα στό ιερό εικονοστάσι μπροστά στήν Παναγιά.Τήν βέρα του Γιωργή,με τό όνομα της Ροδούλας, παρακάλεσαν τό Φώτη να τήν κρατήσει εκείνος καί μαζί τόν φίλεψαν, έναν χειροποίητο μικρό κρητικό μαχαίρι με χαραγμένες στή λαβή τίς ευχες τους, κι από την προίκα της θυγατέρας τους, ένα αριστοτεχνικά πλεγμένο άσπρο ανδρικό μαντήλι( σαρίκι), που αυτή την φορά είχε το λευκό χρώμα της ζωής καί της ελπίδας.Αργότερα όταν αρραβωνιάστηκε την αγαπημένη του Σοφία, καί παρήγγειλε τις βέρες τους, με την σύμφωνη γνώμη της, ο χρυσοχόος έλιωσε την βέρα του Γιωργή καί το χρυσό τον πρόσθεσε στην δική του βέρα. Ο χρυσός λαμπερός έρωτας για την Σοφία του, μαζί κι’ η μνήμη μιας φιλίας που δέθηκε με αίμα.Κι΄οταν τόν ρωτούσαν, <<γιατί μπάρμπα Φώτη, είναι η βέρα σου τόσο παχιά, σαν χρυσός χονδρός χαλκάς,>> εκείνος δέν απαντούσε, μόνο χαμογελούσε!Η ΑΥΛΉ με τα παιδιά απ’ το ΞΗΡΌΜΕΡΟ.Στην χαραυγή της δεκατίας του 50, οι άνθρωποι τού χωριού που μόλις έβγαιναν απ τον εφιάλτη των πολέμων, η έγνοια τους ήταν μόνο η ασφάλεια κι η επιβίωση, δέν είχαν νού, σκέψεις καί φιλοδοξίες, για την μόρφωση τών παιδιών τους , πέραν του διθέσιου δημοτικού, αλλά ούτε μέσα καί δυνατότητες ,γιατί Γυμνάσιο είχε το Αγρίνιο σαράντα χιλιόμετρα μακρυά, ένας παλιόδρομος φτιάχτηκε το 1953 καί συγκοινωνία κάθε δεύτερη μέρα, μ’ένα σαράβαλο λεωφορείο,- μετατροπή από στρατιωτικό εγγλέζικο δεξιοτίμονο φορτηγό της ερήμου- το καλούμενο καί ‘ματρακά’.Μόνο τέσσερα παιδιά, σε πέντε χρόνια κατάφεραν,καί πήγαν στο Γυμνάσιο.Δύο αγόρια πήγαν στο Αρρένων Αγρινίου καί έμεναν σε θείους τους, ο Θωμάς στο Μεσολόγγι στον νονό του κι η Δημητρούλα στο Θηλέων Αγρινίου κι’ έμενε σε μια δευτεροθιά της.Τήν πήραν στο σπίτι, αλλά με τον όρο να βοηθάει σ΄ολες στίς δουλειές τού σπιτιού.Στην πραγματικότητα η Δημητρούλα ήταν υπηρέτρια καί λιγότερο μαθήτρια. Το παράπονό της το μεγάλο ήταν, που δεν την άφηναν- της είχαν φορτώσει πολλές δουλειές- Χριστούγεννα καί Πάσχα να πάει στο χωριό να δει τους γονείς της, παρά μόνο δεκαπέντε μέρες το Καλοκαίρι που εκείνοι πήγαιναν για μπάνια στην Λευκάδα. Παρά τις αντιξοότητες,το κοριτσάκι σπούδασε, πέρασε στο πανεπιστήμιο δουλεύοντας συγχρόνως καί έγινε μια καλή φιλόλογος καθηγήτρια.Όταν τα παιδιά τελείωναν Δημοτικό, την επομένη μέρα θεωρούνταν άνδρες καί γυναίκες καί αναγκαστικά δούλευαν σκληρά όπως οι μεγάλοι, σε χωράφια καί βοσκοτόπια.Παιδάκια δώδεκα καί δεκατριών χρονών, να σκάβουν ολημερίς την γή, άλλα νάναι μόνα τους με τα κοπάδια στα βουνά, καί τα πιο φτωχά απο δαύτα, τα καλοκαίρια για το μεροκάματο να ψήνονται στις αλυκές Μεσολογγίου καί στους ορυζώνες στο Νιοχώρι.Ήρθε το καλοκαίρι του 1955, έκλεισε το σχολείο καί πήραν τα παιδιά το απολυτήριο ενδεικτικό τους. Ο Θανασάκης κι ο Γρηγόρης, οι δυό που πρωτοστατούσαν στο ‘κλέψιμο’ των λεμονάδων , ήταν κοφτερά μυαλά καί άριστοι μαθητές, αλλά από πολύ φτωχές οικογένειες.Παρακαλούσε ο δάσκαλος τούς γονείς τους, κάτι να κάνουν καί να πάνε τα παιδιά στο Γυμνάσιο, γιατί είναι κρίμα κι άδικο να χαθούν τέτοια μυαλά.Παρά τα παρακάλια καί των παιδιών τα κλάματα, οι γονείς ήταν ανένδοτοι.Δέν ειχαν κανένα συγγενή στο Αγρίνιο, Αστακό ή Αμφιλοχία, δέν μπορούσε να ζήσει ή ίδια η οικογένεια, πώς θα πλήρωναν τόσα έξοδα καί τα λίγα χωράφια ήθελαν εργατικά χέρια να καρπίσουν.Τότε ο δάσκαλος σκέφτηκε τον πάντα δοτικό καί διαθέσιμο μπάρμπα- Φώτη και γνώριζε τίς πολλές υποχρεώσεις καί το σεβασμό που τούχουν οι γονείς των παιδιών.Κί έτσι ο δάσκαλος, ο Θανάσης κι ο Γρηγόρης, πήγαν στο καφενείο, να του μιλήσουν,για να τους βοηθήσει μήπως καί καταφέρει να πείσει τούς γονείς τους ,να πάνε τα μικρά τον Σεπτέμβρη στο Γυμνάσιο.Έλαμψε το πρόσωπο του μπάρμπα- Φώτη απο χαρά- λές καί θα σπούδαζε αυτός- καί χωρίς δεύτερη κουβέντα, χαιδεύοντας τα κεφαλάκια των αγοριών, λέει στο δάσκαλο.< Δάσκαλε τώρα θα αναλάβω εγώ. Όλα θα γίνουν,τα παιδιά ετούτα τα εξαιρετικά μυαλά που λες κι’ εσύ, θα σπουδάσουν καί θα πάνε στο Γυμνάσιο. Δικιά μου απο σήμερα η ευθύνη>Ο δάσκαλος συγκινήθηκε, με τα μάτια είπε το μεγάλο ευχαριστώ καί τα αγόρια βουρκωμένα πήγαν να του φιλήσουν το χέρι, αλλά εκείνος πρόλαβε καί το τράξηξε.< Τώρα καθήστε να σας κεράσω.> τούς είπε ο μπαρμπα-Φώτης.Κάθησαν στίς καρέκλες έξω στο λιθόστρωτο, ο δάσκαλος και τα δυό αμήχανα αγόρια, πού πρώτη φορά στην ζωή τους μέρα μεσημέρι κάθονταν στο καφενείο και μάλιστα παρέα με τον δάσκαλό τους καί ένιωσαν,σπουδαίοι, μεγάλοι καί υπεύθυνοι πιά για την ζωή τους.Ο μπάρπα- Φώτης τους έφερε, μια βανίλια υποβρύχιο για τον δάσκαλο, δύο πιατελάκια με γλυκό κεράσι για τ’αγόρια, τρείς κρύες πορτοκαλάδες καί τα πείραξε λέγοντάς τους.< Τώρα μεγαλώσατε, ούτε πορτοκαλάδες μπορείτε να μου ‘βουτάτε’πιά, ούτε γλυκό του κουταλιού θα κοινωνάτε κάτω απ την βουκαμβίλια>> Σειρά έχουν τώρα τα μικρότερα!! Τάκουσες Θανασάκη, αληθινό διαβολάκι>>Τα βράδια του σαββάτου καί την Κυριακή το μεσημέρι, ο μπάρμπα Φώτης, με την βοήθεια του παραγιού του Αναστάση, στην ψησταριά που βρισκόνταν δίπλα στην βορεινή πόρτα, έψηνε σε μακριές σούβλες, λεπτό κοκορέτσι, φρυγαδέλια καί σπληνάντερο.Ένας κτηνοτρόφος, ο μπαρμπα Χρήστος, που έκανε καί τον χασάπη έσφαζε τα σάββατα, δυό τρία γιδοπρόβατα, σε μια πρόχειρη κατατασκευή δίπλα στο σπίτι του, πούλαγε αυθημερόν το κρέας στούς λίγους που μπορούσαν να έχουν κρέας τις Κυριακές, ζυγίζοντας το με μια παλάτζα που μέτραγε σε οκάδες καί τις συκωταριές τις αγόραζε ο μπαρμπα Φώτης.Ένα φράγκο το ένα,είχαν τα πεντανόστιμα μυρωδάτα κομματάκια από κοκορέτσι, σπληνάντερο ή φρυγαδέλι καί σερβίροντας σε λαδόκολλα η χασαπόχαρτο.Γέμιζε με κόσμο ασφυκτικά η δροσερή πλατεία τις Κυριακές τα μεσημέρια,κατά κανόνα με άνδρες, που έτρωγαν τα μεζεδάκια τους καί έπιναν τα ούζο τους, ενώ ήταν μετρημένες στα δάκτυλα του χεριού, οι γυναίκες που κάθονταν στίς ψάθινες καρέκλες, όπως ήταν η δασκάλα, η γυναίκα του προέδρου με τις δυό κόρες του καί κάποιες, Αθηναίες καί Αγρινώτισες που ήρθαν σε συγγενείς τους στο χωριό.Μιά τέτοια ευχάριστη μεσημεριανή κυριακή, με μουσική απ το γραμμόφωνο, με ούζο καί μεζέ διάλεξε ο μπαρμπα- Φώτης, να μιλήσει στους πατεράδες του Θανάση καί του Γρηγόρη.Μόλις το άκουσε ο κυρ- Αποστόλης ο πατέρας του Θανασάκη τινάχτηκε πάνω.< Τί είναι αυτά που μου λές Φώτη; Να πάει στο Αγρίνιο στο Γυμνάσιο ο μικρός επειδή είναι έξυπνος; πού θα μένει, τι θα τρώει, πώς θα ζεί; εδώ δεν φτάνει το ψωμί για την οικογένεια.Με τι λεφτά θα γίνουν όλα αυτά τα καλά που λές; Φτωχοί άνθρωπο είμαστε; Εγώ περίμενα να μεγαλώσει, να βάλουμε καπνά καί συ μου λές να σπουδάσει>> <Ακουσε Αποστόλη καί συ Παντελή, κάποιοι πρέπει να κάνουν την αρχή καί θα την κάνετε εσείς επειδή τα παιδιά σας είναι διαμάντια καί ξουράφια. ΄Κάθε αρχή καί δύσκολη καί επειδή ξέρω τα ζόρια που τραβάτε, φρόντισα κι’ έμαθα. Στό Αγρίνιο σε μια πάροδο της οδού Δήμου Τσέλιου, νοικιάζει η κυρά Θοδώρα, έξη κάμαρες γύρω από μια αυλή, σε παιδιά του Γυμνασίου κι όλα είναι απ το Ξηρόμερο. Η μία κάμαρη είναι ξενοίκιαστη, και ζητάει 250 δραχμές το μήνα.Τό ενοίκιο θα το πληρώνω εγώ, όπως βιβλία, ρούχα καί όλα τα αναγκαία. Ο μπακάλης της γειτονιάς εκεί, θα τους δίνει βερεσέ, τα απολύτως απαραίτητα.Εσείς μια φορά το εικοσαημερο, θα τους στέλνετε με το λεωφορείο, ή με κανένα συγχωριανό μας που πάει για δουλειές στο Αγρίνιο, σε καλάθι ότι τρόφιμα μπορείτε κι έστι σιγά- σιγά όλα θα γίνουν!>>–Ρέ Φώτη μικρά παιδιά είναι, δωδεκάχρονα, ξέρουν αυτά να μαγειρέψουν καί να φροντίσουν τόν ευατό τους; >> είπε ο κυρ Χρήστος.— Θά μάθουν Χρήστο! Το καπνό να τον μπελονιάζουν πως το έμαθαν! Εξ άλλου καί τά άλλα μεγαλύτερα παιδιά της αυλής θα τα βοηθήσουν—<< Τώρα το καλοκαίρι θα τα πάρω μαζί μου, να με βοηθούν εδώ στο μαγαζί,-χρειάζομαι χέρια- ένας το πρωί κι ο άλλος το απόγευμα.Στό πανηγύρι της Αγίας Παρασκευής ( ήταν ξακουστό στην περιοχή κι ερχόταν κόσμος,απ όλο το Ξηρόμερο να γλεντήσουν) θα φέρω τούς Χαλκιάδες, (τα μεγαλύτερα τότε μουσικά ονόματα) καί κανόνισα για πάγο, κρύες μπύρες καί πολλά ψητά αρνιά. Θά δουλέψουν τα αγόρια απ το μεσημέρι μέχρι την άλλη μέρα το πρωί, για τρείς μέρες καί θα βγάλουν αρκετά λεφτά,για τα πρώτα τους έξοδα><Τού χρόνου με το καλό το καλοκαίρι που θάναι παλικαράκια, μπορούν να πάνε με καμιά ντόπια μπριγάδα ( ομάδες εργατών που πήγαιναν, όπου υπήρχε εποχική δουλειά καί έμεναν σε πρόχειρα καταλύματα-αποθήκες) να δουλέψουν στις αλυκές στο Μεσολόγγι καί να βοηθήσουν έτσι καί τις οικογένειές τους >>Μ΄όλα αυτά τα επιχειρήματα καί την αμέριστη στήριξή του, τούς έπεισε, δώσανε τα χέρια καί ο Γρηγόρης κι ο Θανάσης θα κυνηγούσαν πλέον τό όνειρο τους. Κί ετσι τον Σεπτέμβρη του 55, με μια καρό βαλιτσούλα ο καθένας , με καινούργια παπούτσια καί ρούχα, ο Θανασάκης κι’ ο Γρηγόρης, μπήκαν στο λεωφορείο- τον ματρακά – που σε κάθε στροφή του παλιόδρομου,- σαν την στράτα της Ζαβτσας- κι από κάτω γκρεμός, οι επιβάτες έκαναν τον σταυρό τους, κράταγαν την αναπνοή τους καί ξαναανάσαιναν στό ίσιωμα– καί ξεκίνησαν την νέα τους ζωή.Μαζί τους πήγε κι η μάνα του Γρηγόρη,- κάθησε τρείς μέρες- για να αγοράσουν τα απαραίτητα, να φτιάξει την κάμαρη καί να τους μάθει πέντε πράγματα οικοκυρικής τέχνης.Η χωμάτινη αυλή, ήταν πραγματικά όμορφη, είχε μια μεγάλη αμυγδαλιά στο κέντρο, παραδίπλα μια κορομηλιά, παντού τενεκεδένιες γλάστρες με βασιλικούς, γεράνια, γιασεμιά καί λεβάντες, – με μεράκι τα φρόντιζε καί πότιζε η κυρά Θοδώρα- ασβεστωμένοι οι τοίχοι των δωματίων κι οι έξη ξύλινες πόρτες βαμμένες σε χρώμα κεραμιδί.Η κάμαρη είχε μέσα δυό ντιβάνια με τα στρωματά τους, ένα τραπεζάκι με δύο καρέκλες, ένα κλουβί με σίτα για τα τρόφιμα κι ένα νιπτήρα. Τίποτε άλλο. Η τουαλέτα ήταν κοινή, για ολα τα παιδιά, έξω στην αυλή, ψυγείο καί θέρμανση φυσικά δεν είχε καί για μπάνιο στην σκάφη.Αγόρασαν – με έξοδα του μπαρμπα- Φώτη, σεντόνια, κουβέρτες, κουζινικά, μια γκαζιέρα πετρελαίου- αυτή με την τρόμπα- μια αλουμινένια λεκάνη για πλύσιμο ρούχων κι ολα τα απολύτως απαραίτητα για ένα φτωχικό νοικοκυριό.Γνώρισαν τα μικρά παιδιά τούς γείτονές τους κι εκείνα τούς υποσχέθηκαν να τα βοηθήσουν όσο μπορούν.Στήν πραγματικότητα μιά δυο φορές την εβδομάδα μαγείρευαν,αυγά, τραχανά, μακαρόνια, ρύζι καί κρέας όποτε τους έστελναν κανένα κοτόπουλο απ το χωριό.Συνήθως το φαγητό τους, ήταν ψωμί με τυρί, ψωμί με λάδι και ρίγανη, ψωμί με νερό καί ζάχαρη,΄ψωμί με πάστα ντομάτας καί καμιά ντοματοσαλάτα καί σαρδέλες κονσέρβα.Πάντα στερημένα, με αγωνία καί λαχτάρα ,περίμεναν στο πρακτορείο λεωφορείων,τό καλάθι απ το χωριό.Γιατί πέρα απ τό να κορέσουν την πείνα τους, με τα φτωχικά καί λίγα τρόφιμα των γονιών τους ( ψωμί, λάδι, λαπαθοπιτα, αυγά, τραχανά, χυλοπίτες, κοτόπουλο, κηπευτικά) εύρισκαν στο καλάθι κι άλλα καλούδια,όπως σαλάμι,κονσέρβες, σοκολάτες, χαλβά καί ένα ολόκληρο πενηντάρικο, τα οποία έβαζε ο μπαρμπα-Φώτης, οταν του έφερναν το καλάθι να το δώσει στον εισπράκτορα του λεωφορείου.Δύσκολη η ζωή των παιδιών στο Αγρίνιο, δυσκολότερη τα καλοκαίρια στα τηγάνια των αλυκών, αλλά είχαν την νιότη της αθανασίας, την ελπίδα, τις προσδοκίες κι’ ήταν ευτυχισμένα καί χαρούμενα.Μετά από τα δυο τούτα παιδιά που έκαναν την αρχή, άρχισαν να πηγαίνουν κι άλλα παιδιά στο Γυμνάσιο ( δυό τρία τον χρόνο) μέχρι κι ένα κοριτσάκι η Μερόπη, η αδερφή του Γρηγόρη κατάφερε να σπουδάσει.Τό 1961 στην αυλή των παιδιών του Ξηρομέρου, έμεναν επτά αγόρια -διαφόρων ηλικιών- κι η Μερόπη ( άριστη μαθήτρια καί καταπληκτική μαγείρισσα στο αρνάκι φρικασέ), όλα τους παιδιά φτωχών καί ανήμπορων οικογενειών, τα οποία σπούδαζαν όλα αυτά τα χρόνια, με την πλήρη οικονομική βοήθεια του μπαρμπα-Φώτη.Αργότερα πού πέρασαν στο πανεπιστήμιο, ο φύλακας άγγελός τους ήταν πανταχού παρόν.Όποτε τα παιδιά -είτε σαν μαθητές, είτε σαν φοιτητές, αλλά καί επιστήμονες, πήγαιναν στο χωριό καί πριν δούν τούς δικούς τους, έπρεπε να χαιρετήσουν καί να υποβάλουν τα σέβη τους καί να δείξουν την αγάπη καί ευγνωμοσύνη τους ,στον ευεργέτη τους στον σπουδαίο Άνθρωπο στον μπάρμπα- Φώτη. ΟΙ ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ. Έκτοτε κύλησε πολύ νερό, μαζί με τα νιάτα, στην κοίτη τού Αχελώου, πέρασαν τα χρόνια, ήρθαν άλλοι καιροί, σύγχρονοι καί νεωτερικοί. Μέ ηλεκτρικό ρεύμα, ασφάλτινους δρόμους, σπίτια από μπετόν, τηλέφωνα,τρεχούμενο νερό στα σπίτια, καθημερνή συγκοινωνία με τό Αγρίνιο καί με κρατικές εισοδηματικές αγροτικές ενισχύσεις, η ζωή σε κείνο τό χωριό έγινε αλλιώς καί φαινόταν ο κόσμος τους νά’χει κάποιες σταθερές και στοιχειώδεις ανέσεις. Τό καφενείο άλλαξε ριζικά, έγινε καφετέρια – τόδωσε, το παράτησε ο μπάρπα Φώτης, κουράστηκε κι εποχή τόν ξεπέρασε- η πλατεία στρώθηκε με φτηνές μαρμαρόπλακες, τα παιδιά πάνε στο Γυμνάσιο στο διπλανό χωριό, δωρεάν καθημερινά με άνετο πούλμαν ,άνοιξε μια ταβέρνα κι έχει κι’ ενα μικρό κρεωπολείο,, ένα mini market, μέχρι καί παιδική χαρά.Οί άνθρωποι απόκτησαν φορεσιές καί έχουν τώρα μεγαλύτερες κοιλιές, τα πρόσωπα όμως φαίνονται σαν να΄ναι συννεφιασμένα τα πρωινά καί ακούγονται πλέον όλο και λιγότερες χαρούμενες παιδικές φωνές τα δειλινά.Πέρασαν οι ώρες, οι μέρες καί τα χρόνια σ΄αυτή την γρήγορη εποχή, γέρασε κι’ο μπάρπα-Φώτης, τα οκτώ παιδιά που σπούδασαν-στά τέλη τής δεκαετίας τού ”50 καί του ”60- με χίλια ζόρια καί με την οικονομική συμπαράστασή του, είναι τώρα στά μισά της δεκαετίας του ‘90, πια μεσήλικες, πρόκοψαν στήν ζωή τους κι ανήκουν πιά σ΄αυτούς που κουβαλούν στην πλάτη τους την κοινωνία.Ο Γρηγόρης δικηγόρος στό Αγρίνιο, η αδερφή του Μερόπη ( τό μοναδικό κορίτσι) καθηγήτρια στο Μεσολόγγι, ο Αποστόλης εισαγγελέας στα Γιάννενα, ο Θανάσης γιατρός πνευμονολόγος στην Αθήνα,, ο Νίκος μηχανικός μηχανολόγος, με τεχνικές εταιρίες στην Ελλάδα, Βαλκάνια καί Αραβικές χώρες, ο Χρύσανθος συγγραφέας καί καθηγητής φιλοσοφίας στή Αθήνα, ο Πέτρος στρατηγός πεζικού, κι ο Νικήτας παθολόγος γιατρός.Κάποτε φοιτητής ο Νικήτας τόν είχε ρωτήσει << μπάρμπα-Φώτη ποια ειδικότητα στην ιατρική είναι η καλύτερη, να διαλέξω; Καί η απάντηση << όλες καλές είναι παιδί μου, αρκεί εσύ να είσαι ο γιατρός των φτωχών καί όσων δεν έχουν στόν ήλιο μοίρα >>Λές καί άκουσε την συμβουλή του. Αφού σπούδασε, πήρε ειδικότητα κι’ έγινε επιτυχημένος γιατρός, ένα πρωινό πήρε τα ιατρικά του σύνεργα , τίς οικονομίες που δίκαια κέρδισε, την ανθρωπιστική ηθική της επιστήμης του καί ακολούθησε τους γιατρούς χωρίς σύνορα πέρα στην Αφρική, για να γιατρεύει φτωχούς αρρώστους,ανήμπορους, δυστυχείς, πονεμένους καί βασανισμένους. Καί να πού ο χρόνος καί τά γηρατειά, έχουν παρέα τους, αβαρίες, βάσανα κι’ αρρώστιες.Αρρώστησε κι’ ο μπαρμπα- Φώτης, η μεγάλη του καρδιά έπαθε ζημιά, χρειαζόταν να εγχειριστεί κι γι’αυτό από το νοσοκομείο Αγρινίου, βρέθηκε τον Μάιο του 1996 στην Αθήνα, στον Ευαγγελισμό σε θάλαμο ασθενών ΟΓΑ. Τό’μαθε ο Θανάσης ( διευθυντής πνευμονολογικής κλινικής του νοσοκομείου) καί πέρα απ’ τήν άμεση επίσκεψή του, την δηλωμένη έγνοια του καί τήν αμέριστη ιατρική του βοήθεια – παρ ότι ήταν καρδιολογικής φροντίδας- επικοινώνησε με τους άλλους τρεις φίλους, συμμαθητές- της αυλής τών φτωχών Ξηρομεριτών -, τον συγγραφέα Χρύσανθο, τον Πέτρο που υπηρετούσε στό πεντάγωνο καί τον Νίκο που βρισκόταν στα γραφεία τής εταιρίας του στον Πειραιά και συμφώνησαν όλοι μαζί να επισκεφτούν τον μπαρπα-Φώτη καί να δούν πως θα μπορέσουν να τον βοηθήσουν , μπας καί ανταποδώσουν , έστω καί συμβολικά ελάχιστα, απ τά όσα εκείνος γενναιόδωρα καί καθοριστικά για την ζωή, με ανιδιοτέλεια έλαβαν.Αφού φρόντισαν να μεταφερθεί σε μονόκλινο δωμάτιο ( την επιπλέον δαπάνη την είχε αναλάβει ο μηχανικός ο Νίκος , ο οποίος έγινε πλούσιος σε χρήματα, αλλά πάντα ήταν γεμάτος καί με συναισθήματα) καί με την σύμφωνη γνώμη τού καρδιολόγου, τόν επισκέφτηκαν καί οι τέσσερις μαζί. Όταν μπήκαν στο θάλαμο κι’ αντίκρυσε ο μπαρπα-Φώτης απ τό λευκό του κρεβάτι, τούς τέσσερις λεβέντες άνδρες, να τόν πλησιάζουν συγκινημένοι, με σεβασμό, εκτίμηση, αγάπη κι ευγνωμοσύνη, φωτίστηκε το πρόσωπό του, ένα τεράστιο χαμόγελο ζωγραφίστηκε, βούρκωσε, κι η ευχαρίστησή του φανερώθηκε.Δέν ήξερε ποιό χέρι να πρωτοχαιδέψει, πιανού τα μάτια να πρωτοκοιτάξει καί με το βλέμμα του να τους ευχαριστήσει, παρά μόνο έλεγε τα ονόματά τους καί στην αγαπημένη του γυναίκα (την όμορφη γλυκύτατη ηλικιωμένη πια Σοφία ).. της είπε << Είδες γυναίκα , ήρθαν τα παιδιά μας! Καί δεν έχουμε τίποτα να τα φιλέψουμε για την χαρά που μάς έδωκαν >>Μίλησαν αρκετή ώρα , τό διαβεβαίωσαν ότι θα είναι δίπλα του, όλα θα πάνε καλά καί τό καλοκαίρι στο πανηγύρι της Αγίας Παρασκευής, όλοι μαζί, θα γλεντούν στη πλατεία του χωριού.<<Παιδιά μου>> τούς είπε ο μπάρπα- Φώτης < Είδα πολλές φορές τον χάρο με τα μάτια μου, δεν τονε φοβάμαι …ούτε είναι δα καί τόσο φοβερός! Ότι είναι γραπτό.. ας γίνει !! την κυρά -Σοφία μόνο σκέφτομαι, τί θ’απογίνει !>>Μετά την επίσκεψη, την αγαλλίαση καί την πληρότητα, που ένιωσαν βλέποντας τόν καλό σαμαρείτης τους, κάθησαν σ’ενα κοντινό καφέ της οδού Αλωπεκής, να πούν τα δικά τους, να σκεφτούν πώς θα ελαφρύνουν τό βάρος της υποχρέωσης που ένιωθαν καί να συνεννοηθούν για τίς παραπέρα από καρδιάς ενέργειες τους.Θυμήθηκαν τα παιδικά τους χρόνια στο χωριό, τα γυμνασιακά τους στό Αγρίνιο καί τα πανεπιστημιακά τους στην Αθήνα.Κατά περίεργο τρόπο, διαπίστωσαν κι οι τέσσερις, …όταν από άγχος, έγνοιες, φουρτούνες της ζωής , προβλήματα της δουλειάς κι αδιέξοδα, δεν τους έπιανε ο ύπνος καί στριφογύριζαν στο κρεβάτι, σαν ηρεμιστικό, καταπραυντικό, έκαναν την ίδια σκέψη, …..μεταφέρονταν νοερά με την φαντασία τους, στην αλάνα της γειτονιάς, για να ακούσουν την αλυσίδα στο πηγάδι να ‘φωνάζει’ γιά τις λεμονοπορτοκαλάδες καί την καμπάνα του γυάλινου βάζου, να καλεί για γλυκό του κουταλιού κι έτσι γλύκαινε ο νούς τους, ηρεμούσε η καρδιά, καταλάγιαζε η ψυχή καί ερχόταν τής νύχτας τα έγχρωμα όνειρα.Επειδή, με το να αλλάξουν το δωμάτιο, με την καθημερινή ιατρική μέριμνα τού Θανάση, αναλαμβάνοντας τα έξοδα της εικοσιτετράωρης φροντίδας με αποκλειστικές νοσοκόμες, να ξεκουράζουν την κυρά- Σοφία ( η οποία έμενε σε μια ανηψιά της στον Βύρωνα) και να την πηγαινοφέρνει αυτοκίνητο της εταιρίας του Νίκου, δέν παρείχαν πίστευαν καί καμιά σπουδαία βοήθεια καί την αναγκαία χρεωστούμενη ψυχολογική υποστήριξη, ούτε τα λεφτά καί τα δώρα, έφταναν να τιμήσουν καί να αναγνωρίσουν την ευεργεσία του καί την ηθική μεγαλοσύνη Του, γι αυτό συμφώνησαν τα εξής.Θα τον συνοδεύσουν στο χειρουργείο, ο Θανάσης σαν γιατρός ,θα είναι μέσα καθ όλη την διάρκεια της επέμβασης, θα περιμένουν να βγεί με το καλό, για να τούς δει εκεί να τον καρτερούν καί θα φροντίζουν, θα εμψυχώνουν , θα καθησυχάζουν καί θα ενημερώνουν με σεβασμό την κυρα-Σοφία.Όταν πάει στο δωμάτιο υψηλής φροντίδας , θά είναι δίπλα του, τα απογεύματα, όλη την νύχτα καί τα σαββατοκύριακα, πάντα κάποιος από τους τέσσερις -εκτός από την αποκλειστική νοσοκόμα- για να τον φροντίζει καί να νιώσει ότι έχει κοντά του δικούς του ανθρώπους, που τόν αγαπούν καί τον νοιάζονται κι έτσι θα αναρρώσει γρηγορότερα.Μοίρασαν καί τις βάρδιες, ανάλογα μέ τις ευθύνες των εργασιακών καθηκόντων τους καί θα τις αναπροσάρμοζαν σύμφωνα με τις συνθήκες καί τις ανάγκες που τυχόν προέκυπταν.Τό απόγευμα θα αναλάμβανε ο Θανάσης, σε συνέχεια της πρωινής του βάρδιας , μετά ο Νίκος με τον Χρύσανθο θα μοίραζαν το οκτάωρο μέχρι 4 το πρωί καί απο τις 4 τα ξημερώματα μέχρι τις 8 το πρωί θα έκανε την βάρδια του ο στρατηγός, για να φεύγει κατευθείαν μετά για το πεντάγωνο.Έστι κι έγινε, η εγχείρηση πέτυχε,-χρειάστηκαν μόνο δύο μέρες στην εντατική- ο μπαρμπα- Φωτης σώθηκε, η κλονισμένη υγεία του αποκαταστάθηκε, οι βαλβίδες της μεγάλης του καρδιάς δουλεύουν πλέον σαν ελβετικό ρολόι, η κυρά- Σοφία – έχοντας δίπλα της τούς τέσσερις άνδρες σωματοφύλακες- χαρούμενη καί ευτυχισμένη ,ευχαριστούσε συγκινημένη τους γιατρούς κι έκανε τόν σταυρό της, με λατρευτικές ευχαριστίες στην Παναγιά καί στην Αγία Παρασκευή.Ολοι στον όροφο από περιέργεια διερωτώνταν , ποιός μπορεί να είναι αυτός ο γλυκός ηλικιωμένος επαρχιώτης κι’ έχει τέτοια μέριμνα, φροντίδα καί υποστήριξη, αλλά καί του κάνουν πολύωρη παρέα, τόσο σημαντικά της κοινωνίας εξέχοντα πρόσωπα;Μια νοσοκόμα δεν άντεξε στον πειρασμό καί ρώτησε τον γιατρό Θανάση. << Κύριε καθηγητά, ποιός είναι ο παππούς στο 18, που τόσο ενδιαφέρον όλοι δείχνεται; γιατί κανείς μας δεν τόν ξέρει, είναι κάποιος μεγάλος;>> Συγκαταβατικά ο Θανάσης της απαντά. <<Είναι ένας υπέροχος, ξεχωριστός Άνθρωπος. Ο πιό σημαντικός απ’ όλους μας κι η γή ακόμα χαίρεται που την πατάει >>. Η νοσοκόμα έδειξε πώς κατάλαβε, αλλά μάλλον έμεινε με την απορία. Είκοσι μέρες μετά την εγχείρηση, – παρά τις παρακλήσεις του, να μήν αφήνουν τις δουλειές τους, ότι δεν χρειάζεται να ξενυχτάνε γιά χάρη του- οι άνδρες ήταν συνεχώς στό πλάι του κι αυτό τού έκανε πάρα πολύ καλό, συμπεριφερόταν σαν να ξανάνιωσε , μίλαγαν για το δήθεν κυνηγητό καί τις φωνές του, όταν εκείνοι ‘βούταγαν’ τίς πορτοκαλάδες απ το καλάθι καί τα γέλια τους ακουγόταν μέχρι έξω στον διάδρομο.Όλα λοιπόν πήγαν κατ’ ευχήν κι ο μπάρμπα – Φώτης πήρε εξιτήριο. Τήν προηγουμένη η γυναίκα του, του έφερε τα συνηθισμένα καθαρά ρούχα, μαύρα παπούτσια, παντελόνι σκούρο, μαύρο πουκάμισο καί το μαύρο του μαντήλι( σαρίκι).Μόλις τα’δε της λέει < Σοφία αύριο θα μου φέρεις να φορέσω ένα άσπρο πουκάμισο καί το σαρίκι το άσπρο που μου χαρίσανε στην Κρήτη το 45>>Τί λες Φώτη μου, τόχασες! Όπου και να πάμε μου λές να παίρνω μαζί καί μιά άσπρη αλλαξιά, αλλά ποτέ δεν τηνε φόρεσες!! Τώρα τί έχεις πάθει!>>-Θάρθουνε τα παιδιά, να με πάρουνε Σοφία.– Θέλω να τους δείξω πόσο με συγκινήσανε, να τα ευχαριστήσω καί τα άσπρα μου ρούχα, θα φωνάζουν πόσο πολύ τ’ αγαπάω!!Στην έξοδο του νοσοκομείου, περίμενε μιά μαύρη λιμουζίνα, με τον σωφέρ του Νίκου, για να πάει τον ευσταλή καί κορδωμένο από περηφάνια μπαρμπα- Φώτη καί την λαμπερή κυρά Σοφία,στό χωριό τους. Καί τα τέσσερα παιδιά περίμεναν χαμογελαστά, να τούς αποχαιρετήσουν καί να τούς ξεπροβοδήσουν.Αγκαλιάστηκαν είπαν λίγα λόγια -καλύτερα να μιλάνε τα μάτια που λένε μόνο αλήθειες, οι άνδρες τούς ευχαρίστησαν καί πάλι για την καλύτερη ζωή που τους δώρισαν, βούρκωσαν, αποχαιρετήθηκαν και μπήκαν σάν άρχοντες στη λιμουζίνα.Οι τέσσερις άνδρες με επίσημα κουστούμια κι ο στρατηγός με την στολή , σαν παραστάτες δύο αριστερά καί δύο δεξιά, περπατώντας δίπλα στο αμάξι, τούς συνόδευαν τιμής ένεκεν, μέχρι την κεντρική πύλη εξόδου της Μαρασλή.Έφτασε το αυτοκίνητο στο φανάρι της Μαρασλή καί πριν στρίψει δεξιά στην λεωφόρο Βασ Σοφίας καί χαθεί , γύρισε ο μπάρμπα- Φώτης κι είδε τα ‘παιδιά του’, να είναι ακόμη εκεί στήν πύλη καί από μακρυά να τους αποχαιρετούν. Δάκρυα κύλησαν απ τα μάτια τού μπάρμπα – Φώτη, οι αλμυρές τών συμπυκνωμένων συναισθημάτων σταλαγματιές, έπεσαν στό άσπρο πουκάμισο καί σαν παράσημα στόλισαν τό στέρνο του. Τόν κοίταξε γλυκά , τρυφερά καί με κατανόηση η κυρά -Σοφία κι εκείνος της χάιδεψε απαλά τό χέρι καί της λέει.<< Σοφία …. δεν ξοδέψαμε μάταια την ζωή μας. Τελικά για καλό σκοπό ήρθαμε σε τούτο τον κόσμο!!>>KEIMENO ΣΤΑΜΟΣ ΓΑΛΟΥΝΗΣ

±

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here