Γ.ΜΟΥΛΦΟΥΖΕΛΗΣ:”Μερικοί από δαύτους, αδελφέ μου, δεν είναι συνθέτες, είναι μόλυνση του περιβάλλοντος.”

0
168
Γ.ΜΟΥΛΦΟΥΖΕΛΗΣ:”Μερικοί από δαύτους, αδελφέ μου, δεν είναι συνθέτες, είναι μόλυνση του περιβάλλοντος.”
 Γιώργος Μουφλουζέλης:

<<Μερικοί από δαύτους, αδελφέ μου, δεν είναι συνθέτες, είναι μόλυνση του περιβάλλοντος..>>

Γιώργος Μουφλουζέλης, ο Μυτιληνιός ρεμπέτης με τη χαρακτηριστική βραχνή φωνή και δημιουργός μερικών από τα πιο πολυτραγουδισμένα και αγαπημένα ρεμπέτικα τραγούδια (Κάηκε μια συνοικία Εγώ δεν έχω βγάλει το σχολείο, Ο ψαράς μέσα στη χώρα, Τι σε νοιάζει εσένανε κ.ά.)
Γιώργος Μουφλουζέλης: «Αν σου πω όλα όσα πέρασα στη ζωή μου, δεν φτάνουν τόμοι ολόκληροι…»

        Όπως κάθε άνθρωπος, ο Μουφλουζέλης κουβάλαγε το δικό του σταυρό. Ο Πάνος Γεραμάνης μας έχει αφήσει παρακαταθήκη συνεντεύξεις από πάρα πολλούς αφανείς ήρωες του λαϊκού μας τραγουδιού μέσω της εφημερίδας ΤΑ ΝΕΑ, όπου ο δημοσιογράφος – ερευνητής εργαζόταν επί σειρά ετών.



        Ο Μουφλουζέλης και ο Γεραμάνης τα λένε πίνοντας ουζάκι Μυτιλήνης, σ’ ένα υπόγειο στο Γαλάτσι, οι τοίχοι του οποίου έκλειναν το παράπονο και τους καημούς του σημαντικού εκπρόσωπου της «παλιάς φρουράς» του ρεμπέτικου, στη δύση της ζωής του.

        <<Στη Μυτιλήνη το ’40 έπαιζα μπουζούκι. Δύσκολα τα χρόνια τα κατοχικά. Ο κόσμος πεινούσε. Η μπότα του καταχτητή απλωνόταν παντού. Έπρεπε να ζήσω όμως. Και για να βγει το ξεροκόμματο, η μπομπότα, έπαιζα και τραγούδαγα. Συνεταιρίστηκα με άλλους δυο Μυτιληνιούς τον Στρατή και τον μπαρμπα-Γιάννη. Εγώ έπαιζα μπουζούκι, ο Γιάννης έπαιζε βιολί α λα τούρκα κι ο Στρατής κιθάρα. Παίζαμε και τραγουδάγαμε ρεμπέτικα, καντάδες, ανατολίτικα. Είμαστε ένα τρίο άρτζι-μπούρτζι και λουλάς, που λένε. Ο μπαρμπα-Γιάννης με το βιολί, πολλές φορές αυτοσχεδίαζε. Κι έβγαινε ένας ήχος αδελφέ μου, άλλο να στο λέω κι άλλο να τον ακούς. Ή γι’ αυτό τον ήχο που σου μιλάω τώρα πρέπει να τον έχεις ακούσει. Μη μου πεις πως δεν τραγούδησες κάποτε «Ανεβαίνω σκαλοπάτια, ανεβαίνω ανηφοριές»; Αυτό το τραγούδι του Καλδάρα. Ε, αυτό είναι δικό μου. Δεν είναι του Αποστόλη του φίλου μου. Θα σε πω όμως όλη την ιστορία.>>
Πώς γράφτηκε το τραγούδι «Ανεβαίνω σκαλοπάτια, ανεβαίνω ανηφοριές»:

        <<Καθόμουν ένα βράδυ σουρωμένος έξω από το σπίτι που έμενα στη Μυτιλήνη. Έβλεπα απέναντι μου τα σπιτάκια πάνω στις ανηφοριές. Έβλεπα κι ένα παλικάρι που ανεβοκατέβαινε και μια κοπέλα, ψηλή, μελαχρινή, με κοτσίδα. Και τότε μου ήρθε η έμπνευση κι έκανα στο μυαλό μου τον στίχο.

«Ανεβαίνω σκαλοπάτια
ανεβαίνω ανηφοριές
για να δω τα δυο της μάτια
που μ’ ανάψανε φωτιές».

        Ζήτησα τότε από τον μπαρμπα-Γιάννη που έπαιζε βιολί α λα τούρκα να παίξει εκείνο τον σκοπό (που πήρε αργότερα το τραγούδι). Μου ’λεγε πως δεν το θυμόταν και μου ‘βγαλε την πίστη ανάποδα μέχρι να το παίξει. Το ’γραψα για καλά τότε στη σκέψη μου. Τη μουσική αυτή την προσάρμοσα στον στίχο που σας είπα πριν. Και το τραγουδούσα πολύ συχνά. Μια φορά στα 1962 ήρθε στη Μυτιλήνη ο Νίκος Ξανθόπουλος. Το άκουσε το τραγούδι. Το ’παιξα γιατί με κέρασε ένα ουζάκι και μου ‘δώσε κι ένα δίφραγκο.


        Όταν ήρθα στην Αθήνα, μετά από μια περιοδεία μου στο νησί, πήγα στο γνωστό μπαράκι της οδού Ίωνος, στη Ομόνοια. Εκεί που σύχναζαν όλοι οι μουσικάντηδες κι όλοι οι τραγουδιστάδες. Ο Καλδάρας άκουσε το τραγούδι, του άρεσε, το μαγνητοφώνησε. Και το ‘βγαλε σε δίσκο, με τον Αντώνη Ρεπάνη. Μετά το τραγούδησε κι ο Βαγγέλης ο Περπινιάδης. Όμως δεν μπήκε τ’ όνομά μου σε δίσκο. Όλος ο κόσμος, όλος ο λαός τραγουδούσε «Ανεβαίνω σκαλοπάτια, ανεβαίνω ανηφοριές». Λίγο αργότερα όμως γράφτηκε και κάποιο παρόμοιο τραγούδι, πάλι από μένα. Το τραγούδησαν ο Καζαντζίδης με τον Καλδάρα: «Τζάμπα ανεβοκατεβαίνω σκαλοπάτια ανηφοριές και ρωτώ ποιος είν’ η αιτία που χωρίσαν δυο καρδιές». Το τραγούδι αυτό ήταν πολύ ωραίο αλλά δεν έγινε επιτυχία. Το είχε επισκιάσει το προηγούμενο.>>

        Μια ζωή αδικημένος ο ρεμπέτης Γιώργος Μουφλουζέλης έχει απ’ όλους παράπονα. Και πρώτα από τους συναδέλφους του, όχι γιατί δεν του συμπαραστάθηκαν σε πολύ δύσκολες στιγμές του αλλά αντί να αναγνωρίσουν τη δουλειά του, ορισμένοι (που δεν θέλει να τους κατονομάσει) οικειοποιήθηκαν τα τραγούδια του.

        Παρ’ όλες τις δυσκολίες που συνάντησε, παρ’ όλες τις αδικίες, ο Μουφλουζέλης, διακρίθηκε σαν δημιουργός του λαϊκού και του ρεμπέτικου τραγουδιού. Έδωσε όμως δείγματα και σαν σπουδαίος οργανοπαίχτης. Τραγούδια του κατά καιρούς ερμήνευσαν ο Μπιθικώτσης, ο Καζαντζίδης, η Μπέλλου, η Δούκισσα, ο Διονυσίου, ο Δ. Ευσταθίου και ο Τσαουσάκης. Για τον Πρόδρομο Τσαουσάκη ο Γιώργος Μουφλουζέλης έχει να λέει πάντα τα καλύτερα λόγια:

        <<Ο Τσαουσάκης ήταν ένας πραγματικός… Πρόδρομος στη ζωή και στο τραγούδι. Είχε μεγάλη καρδιά. Ήταν τίμιος, φιλότιμος, δίκαιος, πονόψυχος. Και πάνω απ’ όλα ήταν ο πιο φίνος μάγκας στο τραγούδι.>>

        Σταλιά σταλιά πίνει το ουζάκι το νερωμένο ο Μουφλουζέλης καθώς αφηγείται παλιές πικρές αναμνήσεις από τη ζωή του. Μιλάει για το πώς ξεκίνησε όταν ήρθε το 1929 στην Αθήνα, παλικάρι τότε 17 χρόνων:

        <<Έχω κουβαλήσει τόνους ολόκληρους, τσιμέντο κι ασβέστη με το πηλοφόρι. Δούλεψα στην αρχή, στην Πατησίων, απέναντι από το Μινιόν που ήταν ψιλικατζίδικο και πουλούσε κουμπιά και κουβαρίστρες. Εκείνη την εποχή μπλέχτηκα με το τραγούδι. Μ’ άρεσαν πολύ τα ρεμπέτικα.

        Σ’ ένα μαγαζάκι της Πλατείας Καραϊσκάκη, στο Μεταξουργείο, γνώρισα τον Μπάτη. Αυτός ήταν από τους πιο γνωστούς ρεμπέτες της εποχής. Εκεί πήγαιναν όλοι και τα ’λεγαν. Ο Μάρκος ο Βαμβακάρης, ο Γκόγκος (Μπαγιαντέρας), ο Χατζηχρήστος, ο Ανέστος Δελιάς κι άλλοι πολλοί. Σ’ εκείνο το μαγαζί, πήγα κι εγώ τον μπαγλαμά κι άρχισα να παίζω.

        Μετά πήγα φαντάρος, το 1932. Στο Ρουφ. Έπαιζα και στον στρατό. Και μετά τον στρατό. Είχα μεγάλες ατυχίες στη ζωή μου. Με τις γυναίκες. Ας μην τα θυμόμαστε αυτά. Μου ανοίγουν, ακόμη και τώρα, μεγάλες πληγές. Μια ζωή ολόκληρη την περνάω φτωχός κι αδικημένος. Έχω μεγάλα παράπονα από τη ζωή. Δεν κρατώ κακία σε κανέναν. Αλλά δεν μπορώ να το κρύψω. Να, βλέπετε τα χάλια μου τα μαύρα. Ζω με το παιδί μου, τον Σταύρο. Ξέρετε τι πέρασε αυτό το παιδί; Από τη στιγμή που γεννήθηκε το ‘χω κοντά μου. Εγώ το ντάντευα. Η μάνα του δεν ήταν σε θέση να το βοηθήσει. Κι όταν ήταν μωρό ο Σταύρος (αυτό το ξέρει ο κόσμος) κι εγώ τραγουδούσα, το ‘παιρνα στα καμαρίνια των μαγαζιών που δούλευα. Μεγάλωσε κοντά μου, γεμάτο στερήσειςτο παιδί. Τώρα είναι σωστό παιδί. Και γι’ αυτό είμαι περήφανος. Παίζει κιθάρα κι αυτός. Και τραγουδάει. Όχι όμως λαϊκά και ρεμπέτικα. Τον Σταύρο μου τον τραβάει η εποχή μας. Όπως όλα τα παιδιά. Αυτά έχει η ζωή.>>

        (Εδώ διακόπτει την αφήγησή του ο Γιώργος Μουφλουζέλης και φωνάζει τον γιο του: Σταύρο έλα κι εσύ να πεις κάτι. Εκείνος όμως απαντά: «Τι να πω εγώ μπαμπά; Εσύ είσαι ο σταρ»!)

        <<Αν σου πω όλα όσα πέρασα στη ζωή μου, δεν φτάνουν τόμοι ολόκληροι. Γιατί αυτό το βιβλίο που μου ‘γραψε ο μακαρίτης ο Φώτης ο Μεσθεναίος είναι λίγο για να δώσει την εικόνα, την πραγματική, για τον Μουφλουζέλη. Κι αυτά που είδε ο κόσμος στο σίριαλ της τηλεόρασης «Το μινόρε της αυγής» έχουν μια γεύση από τη ζωή μου. Τι άλλο να σε πω, βρε παιδί μου;>>


        <<Έχω ένα θησαυρό ολόκληρο, μου λέει. Αλλά ποιος να τα τραγουδήσει; Δεν προτιμούν τα ρεμπέτικα και τα λαϊκά. Χάθηκαν οι λαϊκοί άνθρωποι, οι λαϊκοί τραγουδιστές. Τώρα πια το μόνο που ζητώ είναι να φύγω μέσα απ’ αυτό το μπουντρούμι. Να βγω μέσα απ’ το «Γεντί Κουλέ» του Γαλατσίου. Να βλέπω πια λίγο φως. Να μου δώσουν μια κάμαρα σπίτι, να βλέπω τον κόσμο!>>
(Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Τα Νέα, στις 18 του Φλεβάρη 1989)

        Ο λαϊκός δημιουργός με τη χαρακτηριστική βραχνή φωνή Γιώργης Μουφλουζέλης γεννήθηκε στη Μυτιλήνη, από μια οικογένεια φτωχική. Αχθοφόρος ο πατέρας, όμως καλός νοικοκύρης, μια και «δεν άφησε τα παιδιά του να πεινάσουν», αυστηρός και απόμακρος για τον ίδιο και για τα μικρότερα 3 αδέλφια του, και η μάνα, νοικοκυρά, αφοσιωμένη στα παιδιά της. Από το σχολείο τον σταμάτησε ο πατέρας του μετά τη δευτέρα δημοτικού για να δουλέψει, και μάλιστα πολύ σκληρά για ένα παιδί της ηλικίας του, στην οικοδομή.

        «Στη ζωή μου μαρτύρησα από παιδί» θα πει. «Τότες τα γιαπιά δεν ήταν σαν τα σημερινά. Πολλές φορές κουβαλάγαμε πέτρες από εκατό μέτρα μακριά. Ούτε στον εχτρό σου…».

        Έτσι, ο αγώνας για το μεροκάματο άρχισε νωρίς για το «Γιωργέλι», ένας αγώνας που θα συνεχιστεί όμως και σε όλη του τη ζωή, είτε ως χτίστης είτε ως μουσικάντης, αργότερα.

        Έμαθε μπουζούκι εντελώς μόνος του, με βάση τα ακούσματα που είχε, πραγματικά αυτοδίδακτος στο όργανο αυτό, όπως και στον τζουρά και στον μπαγλαμά, τα οποία επίσης έμαθε να παίζει. Κάποιες περιοδείες του στη Σύρο, Τήνο και Σάμο όπου έπαιζε ο ίδιος μπουζούκι και ένας φίλος του κιθάρα, στα 22 του χρόνια, ήταν μια πρώτη εμπειρία, και ερασιτεχνική αλλά και «επαγγελματική» με το όργανο.

        Κατά τη διάρκεια της Κατοχής έπαιζε και πάλι μπουζούκι στη Μυτιλήνη και στα γύρω χωριά. Ήταν και αυτή μια πολύτιμη εμπειρία για το νεαρό Γιώργη, γιατί εκείνη την εποχή απαγορευόταν να βγάλει πιατάκι, μια και αυτό θεωρείτο επαιτεία. Έτσι, αναγκαστικά, έγινε μουσικάντης χωρίς να το θέλει, γιατί «μουσικάντης είναι αυτός που ξέρει να μπει στο πνεύμα του ανθρώπου, που διαλέγει να παίξει το τραγούδι που αρέσει», ώστε να τον «φιλοτιμήσει» και η πληρωμή να έρθει από μόνη της, χωρίς να το ζητήσει ο μουσικάντης!

        Στη Μυτιλήνη, κατά τη διάρκεια της Κατοχής, γνώρισε και την πρώτη του γυναίκα. Για τη συντρόφισσα αυτή της ζωής του, με την οποία έζησε φτωχικά αλλά με πολλή αγάπη 15 χρόνια μέχρι που τους χώρισε ο θάνατός της, η τελευταία του σπαρακτική αναφορά είναι και η αποκαλυπτική του ονόματός της: «Τη γυναίκα μου τη λέγανε Παναγιώτα…».

        Στην Αθήνα, μόνιμα εγκαταστημένος πια από το 1958, ήρθε αντιμέτωπος με τα κυκλώματα των εταιρειών του τραγουδιού. Ένιωσε πολύ καλά τι είναι «να είσαι φουκαράς, να παίρνεις καμιά δεκάρα και να κάνεις τουμπεκί». Τραγούδια του πέρασαν στη δισκογραφία με ονόματα άλλων και ο Γιώργης έπαιρνε ως αντάλλαγμα εκατό, διακόσιες ή τρακόσες δραχμές, ανάλογα με το πώς κοστολογούσαν κάθε φορά την ανάγκη του για επιβίωση.

        Γνωρίστηκε με τον Απόστολο Καλδάρα, ο οποίος και του στάθηκε στη ζωή του φίλος πραγματικός στις δύσκολες στιγμές, την Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, της οποίας η απλότητα, η καλοσύνη, κυρίως όμως το μοναδικό ταλέντο να σκαρώνει στίχους ή να επεμβαίνει αποφασιστικά και πετυχημένα όπου σκάλωνε ο στίχος, τον εντυπωσίασαν πάρα πολύ.

        Στη ζωή του Γιώργη ήρθε και ένας δεύτερος, αποτυχημένος, γάμος, από τον οποίο απέκτησε ένα γιο, τον αγαπημένο του Σταυράκη. Το παιδάκι αυτό έμελλε να το αναστήσει εντελώς μόνος του, από δυο χρονών μωρό, πατέρας αλλά και μάνα μαζί γι αυτό, όταν η δεύτερη γυναίκα του και μάνα του παιδιού διάλεξε να φύγει μακριά τους. Για το Γιώργη ο αγώνας για την επιβίωση γίνεται πιο επιτακτικός και το πιατάκι συνεχιζόταν στις ταβέρνες και στα κουτούκια, τώρα πια μαζί με το παιδί.

        Το πρώτο τραγούδι σε στίχους δικούς του, το «Ανεβαίνω σκαλοπάτια», κυκλοφόρησε σε δισκάκι, χωρίς όμως να αναφέρεται το όνομά του στην ετικέτα. Δεύτερη επιτυχία του ήταν το «Εγώ δεν έχω βγάλει το σχολείο» με ερμηνευτή το Γρηγόρη Μπιθικώτση, ενώ, αυτή τη φορά, εμφανίζεται ως συνδημιουργός και ο Μπάμπης Μπακάλης. Όλα μαζί τα τραγούδια που σχετίζονται με τ’ όνομά του είναι γύρω στα 80. Όπως ομολογεί ο ίδιος, με αφοπλιστική ειλικρίνεια, όλα δεν είναι δικά του. Ανάμεσά τους υπάρχουν τραγούδια που είτε είναι δημιουργίες άλλων είτε ήταν παλιά ανώνυμα και «αδέσποτα» τραγούδια, τα οποία σε κάποιο παρελθόν παρουσιάστηκαν στο όνομα κάποιου άλλου συνθέτη.

         Ο Γιώργης Μουφλουζέλης δεν είχε την τύχη να αναγνωριστεί η αξία του νωρίς, να έχει επομένως και τις απολαβές εκείνες, οικονομικές και κοινωνικές, που του άξιζαν.Στο σήριαλ «Το Μινόρε της αυγής» ’83 – ’84, ειδικά το δεύτερο μέρος του στηρίχτηκε στη βιογραφία του Μουφλουζέλη, που με τίτλο «Όταν η λήγουσα είναι μακρά» έγραψε ο ίδιος ο σεναριογράφος και παραγωγός του σήριαλ αυτού, ο Φώτης Μεσθεναίος.
Γεννήθηκε το 1912 και έφυγε από τη ζωή στις 4 του Αυγούστου 1991.

ΓΡΑΦΕΙ Η ΜΑΡΙΑ ΚΑΣΙΞΙΔΗ ΓΙΑ ΤΟ RADIOGREECE

±

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here