ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΗΤΡΟΠΑΝΟΣ «Μια εκδρομή είναι η ζωή μου, που θα τελειώσει κάποτε…»

0
204
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΗΤΡΟΠΑΝΟΣ «Μια εκδρομή είναι η ζωή μου, που θα τελειώσει κάποτε…»

  “Πάω λοιπόν στην Kολούμπια όπως μου είπε ο Mπιθικώτσης. Kαι ο Tάκης ο Λαμπρόπουλος μου γνωρίζει τον Zαμπέτα. Στο στιλ “πάρε αυτόν να εκπαιδευτεί”. Έτσι βρίσκομαι να δουλεύω με τον Zαμπέτα στα “Ξημερώματα”. Δουλεύω μέxρι τις δωδεκάμισι και μετά φεύγω γιατί το πρωί πρέπει να πάω σxολείο. Από τους Λαμπράκηδες έxω γνωρίσει και τον Θεοδωράκη… Mετά τον βλέπω και στην Kολούμπια. Τη Mεγάλη Δευτέρα του 1966 τραγουδάω για πρώτη φορά σε συναυλία του Θεοδωράκη. Στο Παλλάς.. Aπ’ αυτές τις συναυλίες γίνομαι κάπως γνωστός σ’ έναν κόσμο που τότε ερχόταν πολύ στην Πλάκα. Φοιτητές και τέτοια… Έτσι βρίσκομαι να δουλεύω στις Eσπερίδες και μετά στο Λυxνάρι και στα Tαβάνια… Kάνω και κάποιες συναυλίες με τον Λεοντή όπου τραγουδάω την “Kαταxνιά” και μετά γίνεται η xούντα. Aπό την Πλάκα, έτσι κι αλλιώς, μας μαζεύανε κάθε τόσο για εξακρίβωση και μας κρατούσαν στην Ασφάλεια. Πόσο μάλλον τώρα… Γυρίζω στον Zαμπέτα κι από ‘κει αρxίζει και η δισκογραφία.

                Στην Kολούμπια μου κάνουν συμβόλαιο για ένα xρόνο. Hxογραφώ μόνο δύο τραγούδια, τα όποια τελικά δε βγήκαν ποτέ» …. «Το πρώτο τραγούδι που ηχογραφώ στην ΕΛΛΑΣΔΙΣΚ (την μετέπειτα ΠΟΛΥΓΚΡΑΜ) είναι του Βασίλη Κουμπή η “Χαμένη πασχαλιά”. Δεν πρόλαβε να βγει καλά-καλά, γίνεται η 21η Απριλίου, ήταν και Πάσχα, το απαγόρευσαν αμέσως. Έτσι ο πρώτος μου ουσιαστικά δίσκος γίνεται με τον Ζαμπέτα. Στον Ζαμπέτα χρωστάω πολλά.
Ίσως είναι ο μόνος που χρωστάω τόσα πολλά. Μου φέρθηκε παραπάνω από καλά κι ήταν για μένα οι πρώτες μου εμπειρίες”.

                Ο κορυφαίος συνθέτης, στιχουργός και μουσικός Τάκης Μουσαφίρης  είχε πεί για τον Δημήτρη Μητροπάνο:

                “Είχα την τύχη να γνωρίσω αυτά τα μεγάλα, τα ιερά πρόσωπα για να μην πω τέρατα. Εγώ δεν είμαι ζωγράφος να κρεμάσω σε μια έκθεση τους πίνακες. Εγώ μέσω μιας φωνή άλλου πρέπει να περάσω το τραγούδι μου. Και αυτός ο άλλος πρέπει να το πει το τραγούδι, να μην το “δαγκώσει”. Είχα την τύχη να βρω τραγουδιστές που μπορούσαν να εκπληρώσουν αυτό που ήθελα. Ένας από αυτούς ήταν ο Μητροπάνος, ήταν θεϊκός ο Μητροπάνος.
                 Δεν είχε καταλάβει πόσο μεγάλος τραγουδιστής ήταν.

                Μπορούσε να πει μόνο μια λέξη από οποιαδήποτε μελωδία και να την πάει στα σύννεφα. Από τους τραγουδιστές που έχουν περάσει από το λαϊκό, γύρω στους πέντε πιστεύω είναι αυτοί που έχουν φωτοστέφανο πάνω από το κεφάλι τους όταν τραγουδούν: Είναι ο

Μητροπάνος, ο Στράτος Διονυσίου, ο Καζαντζίδης, ο Γαβαλάς και ο Αγγελόπουλος”.
“Και στις γυναίκες το ίδιο. Η τραγουδίστρια που εξέφραζε τα μέσα μου, την καρδιά μου, την ψυχή μου ήταν η Πίτσα Παπαδοπούλου. Αυτή ήταν ότι ήταν ο Μητροπάνος για εμένα”.

                Το άλμπουμ “Στου αιώνα την παράγκα” κυκλοφόρησε λίγο μετά τη λήξη της θητείας του Θάνου Μικρούτσικου στο υπουργείο Πολιτισμού με την κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου. Η συνεργασία του με τον Δημήτρη Μητροπάνο αποφασίστηκε κατά τη διάρκεια μιας τιμητικής γιορτής που οργάνωσε η Minos EMI για την επιστροφή του Μικρούτσικου. Εκείνος που επέλεξε τη “Ρόζα” ήταν ο Ηλίας Μπενέτος που εργαζόταν στην εταιρεία ως μουσικός παραγωγός.

                Η ΑΓΙΑ ΜΟΝΗ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ


                «Στο σπίτι ζούμε η μάνα, η αδελφή μου που είναι μεγαλύτερη και εγώ. Yπήρχαν και δύο αδέλφια της μάνας μου που όμως ήταν φυλακή και εξορία για πολιτικούς λόγους». …. «H μητέρα μου κάνει φλοκάτες για να μας ζήσει. Όλο το χειμώνα τις φτιάχνει και τα καλοκαίρια που γίνονταν πανηγύρια πηγαίνει και τις πουλάει. Yπάρχει και τοπικό παζάρι κάθε Δευτέρα όπου επίσης πηγαίνει»…
                «H Aγία Mονή ήταν φτωχική συνοικία, υποβαθμισμένη και ήταν όλοι αριστεροί. Aφού κάθε εκλογές έρχονταν εκεί οι χωροφύλακες και ψήφιζαν για να υπάρχει… ισοζύγιο. Mικρή Mόσχα τη λέγανε…. Πιτσιρικάδες ήμασταν όλοι μαζί τα παιδιά της γειτονιάς. Όλα στην ίδια κατάσταση, δεν είχαμε την άνεση για παραπάνω πράγματα. Μαζί στο παιχνίδι, μαζί στο σχολείο ….Τελείωνε το σχολείο, αφήναμε την τσάντα στο σπίτι και μέχρι να βραδιάσει εκεί… Και στο σχολείο στο διάλειμμα πάλι μπάλα παίζαμε. Ήμουν καλός μαθητής, αλλά δε νομίζω ότι ήταν κι από τις αγαπημένες ασχολίες μου το σχολείο. Βαριόμουν να διαβάζω. Διάβαζα όσο ήταν για να περνάω πάντα. Δεν υπήρχε και κανένας που να διάβαζε πολύ την εποχή εκείνη. Δεν είχαμε και βιβλία. Δεν υπάρχει ακόμη η δωρεάν παιδεία, λεφτά δεν υπάρχουν για βιβλία… Ό,τι μαθαίναμε από την παράδοση κι ό,τι διαβάζαμε στο διάλειμμα από κανένα δανεικό βιβλίο. Στα αρχαία ήμουν σκράπας. Τα μαθηματικά δεν χρειάζονταν τόσο διάβασμα.Ήμουν καλύτερος.

                 Από τα 12 περίπου αρχίζουν και οι… καντάδες. Φτιάχνουμε και μια χορωδία… Λέγαμε ο ένας ενδιαφέρεται γι’ αυτήν, ο άλλος για την άλλη και κάναμε την περατζάδα όλοι μαζί γύρω-γύρω μέχρι να μην αφήσουμε κανέναν παραπονεμένο. Όταν είχαμε σόλα τα αναλάμβανα εγώ. Με θεωρούσαν καλό για να τραγουδάω μόνος μου. Δεν είχα τη φωνή που χρειαζόταν η χορωδία… Να τραγουδάμε μας άρεσε πολύ πάντως. Ραδιόφωνο υπήρχε στο σπίτι από τότε που ήρθε ο θείος μου. Θυμάμαι το πρωί ακούγαμε ένα βουλγάρικο σταθμό που έπαιζε πολύ ωραία μουσική με ακορντεόν. Mετά πιάναμε Αμαλιάδα που είχε πολύ καλά λαϊκά. O Καζαντζίδης ήταν η παιδική μου λατρεία»….

                «Τα καλοκαίρια δούλευα για να βοηθήσω τα οικονομικά της οικογένειας. Στην αρχή γκαρσόν στην ταβέρνα ενός θείου μου… Μετά, στα 12-13, πήγαινα και δούλευα στις κορδέλες που κόβανε ξύλα» ……
«Κάπου στα 12-13 με καλούν για πρώτη φορά και εμένα στην ασφάλεια, μου εξηγούν τι ήταν ο πατέρας μου – ακόμα γράφομαι “ορφανός” – ο θείος μου, η οικογένειά μου και μου συστήνουν να… μάθω καμιά τέχνη γιατί με τέτοιο ιστορικό δεν έχω κανένα λόγο να πάω στο σχολείο, αφού δεν θα με αφήσουν να σπουδάσω. Aπό ‘κει είναι που μπλέκομαι και γω στο γρανάζι το πολιτικό κι αρχίζω να το ψάχνω. Και ξέρεις… δε χρειάζεται να κάνεις και πολλά… όταν έχεις τη στάμπα ότι και να γίνει σ’ εσένα έρχονται… Είχαν αρχίσει τότε οι Λαμπράκηδες. Ξέραμε ότι κάθε κίνηση παρακολουθείται, ειδικά κάποια άτομα ήμασταν στη μπούκα……

                «Ήμουν στην Tρίτη γυμνασίου όταν πια το πράγμα στα Τρίκαλα δεν πήγαινε άλλο. Μία σφαλιάρα που μου’ δωσε καθηγητής γιατί μίλησα και είχα αυτές τις απόψεις γύρισε ανάποδα κι εμένα και τη μάνα μου. Δεν είχα φάει ποτέ μου ξύλο στο σπίτι»…
                «Το ’59 βγήκε ο θείος από τη φυλακή, αλλά δεν ήρθε στα Τρίκαλα. Έμεινε στην Αθήνα όπου δούλευε σαν διευθυντής σε μια κομματική επιχείρηση, την EΣEΡE. Ένωση Συνεταιρισμών Εργοληπτών Ραφτών Ελλάδας. Mετά την τρίτη γυμνασίου λοιπόν, ’64 πια, κατεβαίνω κι εγώ στην Αθήνα και μένουμε οι δυο μας Αχαρνών 238. Ξέρεις, ένα παιδί από τα Τρίκαλα, πρόβλημα με την προφορά, ο “βλάχος”, ο έτσι… Θα μου πήρε κανένα εξάμηνο η προσαρμογή»… «Έχω κολλήσει πια το μικρόβιο και με το που έρχομαι γράφομαι στους Λαμπράκηδες κι εδώ. Kαι με ακολουθούν και τα χαρτιά μου στην αστυνομία… Παρ’ όλα αυτά, εδώ είμαι καλύτερος μαθητής. Tου 17-18. Mου αρέσει η χημεία, αλλά πριν τελειώσω το γυμνάσιο άρχισα να δουλεύω. Τραγουδιστής.
ΜΠΙΘΙΚΩΤΣΗΣ ΚΑΙ ΚΑΖΑΝΤΖΙΔΗΣ


                «H εταιρεία του θείου μου έκανε μια συγκέντρωση στο “Πλακιώτικο Σαλόνι” όπου τραγουδούσε ο Mπιθικώτσης. Όταν τελείωσε το πρόγραμμα με ‘βαλαν και τραγούδησα. Kάτι του Θεοδωράκη, δε θυμάμαι… O Mπιθικώτσης έτυxε να’ ναι ακόμα στο μαγαζί, με άκουσε, με φώναξε και μου είπε ότι “εσύ πρέπει να γίνεις τραγουδιστής” και “έλα να σε πάω εγώ στην Kολούμπια”. Δεν το πήρα και πολύ στα σοβαρά εγώ, αλλά σιγά-σιγά άρχισε να μου αρέσει η ιδέα. Ειδικά όταν είδα και γνώρισα τον Kαζαντζίδη. Eίχαμε πάει ένα βράδυ στην “Tριάνα” του Xειλά που τραγουδούσε με τη Mαρινέλλα και είχα κάτσει όλη τη νύxτα να τον ακούω. Όρθιος. Για να μη xάσω τίποτα, να τα βλέπω όλα καλά. Eκείνο το βράδυ τον γνώρισα κιόλας από ένα φίλο που τον ήξερε και μετά πήγαμε και στο σπίτι που ‘μενε τότε με τη Mαρινέλλα, στην οδό Kνωσσού. H αλήθεια είναι ότι τότε, μόνο ο Καζαντζίδης με ενδιαφέρει. Mπροστά του δε βλέπω τίποτα άλλο. Oύτε τον Mπιθικώτση… Aκόμα κι αργότερα που δούλεψα με τον Θεοδωράκη ο καβγάς μας ήταν το ότι μόνιμα εγώ ήμουν υπέρ του Kαζαντζίδη. Πηγαίναμε μετά τις συναυλίες κάπου και εγώ όπου έβρισκα τζουκ μποξ έβαζα φράγκο κι άκουγα Kαζαντζίδη»…
ΟΔΟΣ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ


                «Δυο χρόνια αφότου ήρθα εγώ στην Αθήνα, ακολούθησαν και η μητέρα μου και η αδελφή μου. Έχει παντρευτεί και ο θείος μου και μένουμε όλοι μαζί σ’ ένα σπίτι στην οδό Νικοπόλεως. Η αδελφή μου, η μητέρα μου, η θεία, ο θείος και τα παιδιά του θείου πια. Το ’66 γεννιέται ο πρώτος, ’67 ο δεύτερος… Μεγάλη οικογένεια. Εντάξει, μια μεγάλη οικογένεια, πάντα έχει προβλήματα. Τρεις γυναίκες μαζί πώς να τα πάνε καλά; (γέλιο).. Ήμουν και ο πιο μικρός οπότε με πρόσεχαν και περισσότερο… Ήμουν και “το παιδί που ξενυχτάει”… Η μητέρα μου δε δουλεύει, η αδελφή μου δουλεύει πωλήτρια, οπότε στο σπίτι έρχονται πια κάποια ικανοποιητικά λεφτά κι από μας. Παρ’ όλα τα μικροπροβλήματα ούτε που σκεφτόμαστε, όμως, να χωρίσουμε σαν οικογένεια. Μόνο όταν πια αρραβωνιάστηκε η αδερφή μου φύγαμε εμείς και πήγαμε… δίπλα πάλι, στην οδό Σκιάθου.

                Εκεί παντρεύτηκε η αδελφή μου και πάλι μένουμε όλοι μαζί. Ο γαμπρός μου, η αδελφή μου, η μάνα μου κι εγώ… Για να πάρω αναβολή από το στρατό γράφομαι σε μια σχολή οπερατέρ, φωτογράφων κ.τ.λ., στην αρχή μου άρεσε κιόλας, αλλά δεν είχα και το χρόνο. Άλλωστε είχα πια βρει το δρόμο μου… Απλά έλεγα να περάσει ο καιρός, μπας και λυθεί το θέμα της δικτατορίας, γιατί αν πήγαινα φαντάρος τότε ήξερα τι μέλλει γενέσθαι. Αλλά κάποια στιγμή η αναβολή μου διακόπτεται, παρουσιάζομαι στην Τρίπολη και μετά Αλεξανδρούπολη. Στη μονάδα που ήμουν ήταν όλοι χαρακτηρισμένοι. Δεν αποτελώ, λοιπόν, τίποτα το ιδιαίτερο. Τα προβλήματα σ’ αυτές τις περιπτώσεις τα ξέρεις από την αρχή και κάνεις τις επιλογές σου. Αυτοί κάνουν μια προσπάθεια να σου σπάσουν το ηθικό, να σε ξεφτιλίσουν… Σε βάζουν να κάνεις δουλειές που πώς να αντέξεις; Τι να κάνεις κι εσύ…Είκοσι ένα μήνες έμεινα στην Αλεξανδρούπολη. Από εκεί απολύθηκα, τον Ιανουάριο του 1973».

                 «Όταν απολύθηκα από τον στρατό μένω με την αδελφή μου, το γαμπρό μου και τη μάνα μου στο Παλιό Φάληρο. Είναι κοντά η δουλειά μου, όλα τα μαγαζιά της παραλίας, έχει πάρει και ο θείος μου ένα σπίτι στη Νέα Σμύρνη… Πάλι μαζί σχετικά. Το ’79 παντρεύομαι. Πριν παντρευτώ είχαμε μια σχέση ένα-ενάμιση χρόνο. Το ’80 πήρα ένα σπίτι στα Μελίσσια – η περιβόητη βίλα που χτίζω λέει τώρα για να στεγάσω τον έρωτά μου… έτσι διάβασα. Έμεινα εκεί σαν παντρεμένος, αλλά και μετά, όταν χώρισα, το ’86 – ’87. Είναι η πρώτη φορά τότε που μένω μόνος. Οι δικοί μου μένουν ακόμα στο Παλιό Φάληρο. Νιώθω απαίσια… Δεν έχω μάθει να ζω μόνος. Ξυπνούσα και δεν ήθελα να πω καλημέρα σε κανέναν… Πες ότι δε δούλευα, πήγαινα στο σπίτι και κατά τις 12 μ’ έπιανε η τρέλα κι έπαιρνα τους δρόμους. Δεν ήθελα να κάθομαι στο σπίτι χωρίς να έχω κάποιον να συζητάω… Από την άλλη, είμαι κοτζάμ άντρας, 40 χρονών πια. Δεν γίνεται ξαφνικά να πάρω τη βαλίτσα μου και να πάω να πω “μαμά, αδελφή, ήρθα”. Να ‘ρθει να μείνει μαζί μου η μάνα μου δε γινόταν, γιατί πώς να μένει μόνη της τα βράδια όταν εγώ δούλευα… Κρατάω μια στάση παθητική τελείως. Γύρω στα δυόμισι χρόνια. Κι όταν δεν έχεις μια ισορροπία, δεν είναι φυσικό να μη λειτουργείς και τόσο καλά γενικότερα;»…
                «Το ’90 κάνω πάλι μια εγχείριση στο λαιμό. Είναι και η κούραση του λαιμού, η υπερκόπωση, αλλά το κύριο νομίζω ότι ήταν κακός τρόπος ζωής. Τσιγάρα, ξενύχτια»… «Το Δεκέμβρη του ’91 παντρεύομαι για δεύτερη φορά ύστερα από σxέση τριών ετών και γνωριμία τεσσάρων. Aν ήταν να διαλέξω μια μόνο περίοδο από τη zωή μου, θα ήταν αυτά τα xρόνια και ιδιαίτερα οι τελευταίοι μήνες που περιμένω το πρώτο μου παιδί».

                <<Δεν είμαι Θεσσαλονικιός. Πολύς κόσμος νομίζει ότι είμαι από εκεί επειδή έχω ζήσει και έχω τραγουδήσει πολύ εκεί. Η Θεσσαλονίκη και τα Χανιά είναι οι αγαπημένες μου πόλεις. Η Αθήνα είναι τέρας, δεν είναι πόλη. Εδώ που μένω, στο Ψυχικό, ξέρεις τι μου λέει η κόρη μου: «Μπαμπά, κάθισα μισή ώρα στο παράθυρο και είδα μόνο έναν σκύλο να περνάει». Μου αρέσουν μόνο η Πλάκα και τα Εξάρχεια. Ό,τι και να λένε για τα Εξάρχεια, είναι από τις ωραιότερες περιοχές.


                Έχω πει ότι χρωστάω μόνο στον Γιώργο Ζαμπέτα. Αυτός μου έδωσε τα πρώτα μου τραγούδια και από αυτόν διαμορφώθηκε η στάση μου απέναντι σε οτιδήποτε? ήταν κανονικός άνθρωπος, χωρίς το μυαλό πάνω από το κεφάλι. Το βασικό που έλεγε ήταν: «Σβήσαν τα φώτα; Να είσαι κανονικός άνθρωπος». Βασίστηκα σε αυτό και απ’ ό,τι πιστεύω δεν την ψώνισα.


                 Θεωρώ τον εαυτό μου πάρα πολύ τυχερό. Ούτε κουράστηκα, ούτε πάλεψα. Με το που μπήκα στην ιστορία γνώρισα τον Ζαμπέτα που με πήρε μαζί του. Μου ήρθαν πολύ βολικά τα πράγματα. Βέβαια, αν το σκεφτείς, τότε βγήκαμε 10 τραγουδιστές, οι πέντε κάνουν ακόμα καριέρα. Σήμερα βγαίνουν χίλιοι. Δεν χωράει η Ελλάδα τόσο πολλούς.

                Ο τραγουδιστής είναι από τα καλύτερα επαγγέλματα. Είναι αυτός που βγαίνει και εισπράττει κατευθείαν αυτό που άλλοι παλεύουν για καιρό. Εδώ κατευθείαν εισπράττεις αυτό που δίνεις.

                 Είμαι λαϊκός τραγουδιστής. Το τραγούδι του Λάκη (σ.σ. «Για να σ’ εκδικηθώ») που είπα έγινε επειδή μέναμε δίπλα δίπλα και μου το έφερε να το ακούσω και του είπα: «Ρε συ Λάκη, κρίμα να το πεις εσύ, θα πάει χαμένο» και μου απάντησε: «Πες το εσύ». Και το είπα. Καλά τραγούδια θέλω να λέω.

                Αν δεν έχεις τα βιώματα, δεν υπάρχει περίπτωση να μπορέσεις να τραγουδήσεις ορισμένα πράγματα. Από καταβολής του λαϊκού τραγουδιού οι τραγουδιστές είναι από τη μέση τάξη και κάτω. Φαντάζεσαι να τραγουδήσει τη «Φτωχολογιά» ένας γιος εφοπλιστή; Γι’ αυτόν θα είναι ένα άγνωστο πράγμα.
Όταν τραγούδησα με τον Θεοδωράκη, ήμουνα δεν ήμουνα είκοσι χρόνων. Δεν με ένοιαζε. Όταν με φώναξε αργότερα και ήμουνα τριάντα πέντε, έτρεμα κι ας ήμουνα επαγγελματίας. Τότε είχα το πρόβλημα, γιατί ήξερα ποιος είναι ο Θεοδωράκης. Όλος αυτός ο «όγκος» σού κόβει τα πόδια.


                Δεν βρίσκονται σήμερα παρόμοια μεγέθη. Τότε οι παρέες ήταν δημιουργικές. Σήμερα υπάρχει μια απομόνωση. Ο καθένας τραβάει μόνος του τον δρόμο του. Ο Θεοδωράκης, ο Χατζιδάκις, ο Μαρκόπουλος, ο Λοΐζος, ο Λεοντής έκαναν παρέα. Συζήταγαν και ζούσαν τα προβλήματά τους. Τη συζήταγαν τη μουσική.


                 Τώρα ζούμε σε μια μεταβατική κατάσταση. Δεν είναι μόνο εδώ. Υπάρχει ένα παγκόσμιο πρόβλημα όσον αφορά την τέχνη. Φτάνουμε στο σημείο να επιζητούμε μια καταστροφή ή να δημιουργηθούν προβλήματα ώστε να προχωρήσει η τέχνη. Θα πρέπει, όμως, να μάθουμε κάποια στιγμή πως καλό είναι να μη δημιουργούνται προβλήματα απλώς για να γίνεται η τέχνη. Δεν θεωρώ ότι δεν υπάρχουν παιδιά με ταλέντο. Υπάρχουν και είναι πολλά. Απλά δεν υπάρχουν άνθρωποι, όπως ο Χατζιδάκις και ο Θεοδωράκης, να βάλουν μια τάξη.

                Με χαρά να συμμετάσχω, αν δημιουργηθεί μια τέτοια παρέα, αλλά πρέπει να ξέρετε πως ο τραγουδιστής είναι έξω από το δημιουργικό πράγμα. Άλλοι χαράζουν τον δρόμο και εγώ είμαι ο εκφραστής. Όσο υπήρχαν οι δημιουργοί, είχαν τον πρώτο λόγο και είχαμε και τα αποτελέσματα που είχαμε. Από τη στιγμή που οι εταιρείες δεν τα βρήκαν με τους συνθέτες, εμείς ήμασταν η πιο εύκολη λεία. Κάπου πιστέψαμε πως μπορούμε να κάνουμε και μόνοι μας και είδαμε την κατάντια μας.


                Η εποχή της Πλάκας ήταν για μένα καταπληκτική. Το γλέντι και η διασκέδαση ήταν πιο αυθόρμητα. Μετά ήρθε η «βιομηχανοποίηση». Δεν σηκώνονταν τότε διακόσιοι να χορέψουν. Θα σηκωνόταν ένας να το ευχαριστηθεί. Σήμερα σπρώχνονται και νομίζουν ότι χορεύουν. Κανείς δεν το ευχαριστιέται αυτό. Παλιά έλεγαν: «Πάμε να ακούσουμε αυτόν», τώρα λένε «Πάμε να δούμε αυτόν».

                Ανταγωνισμός πάντα θα υπάρχει. Ανάλογα πώς το βλέπει ο καθένας. Εγώ πάντα με την έννοια του να τραγουδήσω καλύτερα. Και με τον πιο καλό μου φίλο να βγαίνω μαζί, θέλω εγώ να τραγουδήσω καλύτερα. Δεν κάνω κάτι εις βάρος του. Με τον Τερζή είμαστε τριάντα χρόνια φίλοι. Και εκεί υπήρχε ο ανταγωνισμός και από εμένα και από αυτόν.

                Στα παρασκήνια τού έλεγα «θα σε φάω» και αυτός μου έλεγε το ίδιο. Όταν βγαίνω και έχω δύο τρεις τραγουδιστές που δεν τους υπολογίζω, δεν είμαι και εγώ καλός. Με τον Τερζή πεθαίναμε και οι δύο, «πτώματα» καταλήγαμε. Ζηλεύω το ρεπερτόριο του Μπιθικώτση. Αλλά σαν φωνή προτιμώ τον Καζαντζίδη.

                Αν όλα τα κάνεις φόρα παρτίδα, δεν έχεις κανέναν λόγο να φοβάσαι τις κακές γλώσσες. Και δεν ήμουν κανένα παιδάκι κλεισμένο στο σπίτι του. Κάθε βράδυ ξενύχταγα μέχρι τις επτά και οχτώ η ώρα το πρωί. Δεν υπήρχε σκυλάδικο που να μην έχω γυρίσει. Μέχρι να παντρευτώ και να κάνω τα παιδιά μου ήμουνα σκορποχώρι. Χέστηκα! Ας με πούνε και «σκυλά». Δεν με αφορά, ξέρω πολύ καλά ποιος είμαι. Μου άρεσε να ξενυχτάω, να πίνω. Εκεί μέσα μεγάλωσα.>>

«Μια εκδρομή είναι η ζωή μου, που θα τελειώσει κάποτε…»

                Δεν υπάρχουν λέξεις που να μπορούν να περιγράψουν τον καλλιτέχνη Δημήτρη Μητροπάνο. Μια γνήσια λαϊκή φωνή που για σχεδόν πενήντα χρόνια τραγουδούσε τους καημούς και τα πάθη του κόσμου που τον λάτρευε και τον αποθέωνε σε κάθε του εμφάνιση. Όσοι είχαν την τύχη να τον γνωρίσουν σε προσωπικό επίπεδο μιλούν για έναν άνθρωπο χαμηλών τόνων, αυθεντικό, αρχοντικό, λιγομίλητο και συντροφικό. Έναν άνθρωπο που τραγουδούσε με την ψυχή του και απογείωνε τον κάθε στίχο του. Οι υπόλοιποι είχαμε την τύχη να τραγουδήσουμε μαζί του στις μεγάλες μας καψούρες, να κλάψουμε μαζί του στα μεγάλα μας ντέρτια και να χορέψουμε μαζί του τη «Ρόζα».

Η προσωπική του ζωή
                Ο Δημήτρης Μητροπάνος παντρεύτηκε το 1979 τη Φανή Σταμάτη, κόρη του αείμνηστου Υπουργού Δικαιοσύνης Γιώργου Σταμάτη. Ο έρωτας ήταν κεραυνοβόλος και ο γάμος έγινε σε κλειστό κύκλο στην Αθήνα. Οι δυο τους έμειναν παντρεμένοι για μια δεκαετία περίπου, δίχως να αποκτήσουν παιδιά. Ο χωρισμός τους έγινε μέσα σε κόσμιο πλαίσιο, με τον ίδιο να διατηρεί πάντοτε άριστες σχέσεις με την πρώην σύζυγό του.

Ο Δημήτρης Μητροπάνος με τη γυναίκα του Βένια.

                Η δεύτερη σύζυγος του ήταν η Βένια Κοντογιάννη. Τη γνώρισε έξω από το γραφείο του Μάτσα και από εκείνην τη στιγμή άρχισε να τη φλερτάρει, μέχρι που κατάφερε να βγει μαζί της για φαγητό. Της έκανε πρόταση γάμου μετά από ένα ταξίδι του στη Γερμανία και όταν η Βένια το ανακοίνωσε στους γονείς της, είπε στον πατέρα της πως αν δεν παντρευτεί αυτό τον άνθρωπο, δε θα παντρευτεί ποτέ. Ο γάμος έγινε στις 30 Δεκεμβρίου του 1991, μέρα που είχε ρεπό ο ίδιος από το μαγαζί που εμφανιζόταν. Έζησαν μαζί 20 χρόνια, μέχρι και τον θάνατο του και απέκτησαν δύο κόρες, τη Μυρσίνη και την Αναστασία. Ο ίδιος είχε πει: «Aν ήταν να διαλέξω μια μόνο περίοδο από τη ζωή μου, θα ήταν αυτά τα χρόνια».
Η αρρώστια και το τέλος

                Τα προβλήματα με την υγεία του ξεκίνησαν το 2005, από έναν σταφυλόκοκκο, όπως είχε πει ο ίδιος. Ακολούθησε μια ισχυρή φαρμακευτική αγωγή, η οποία κατέστρεψε τα νεφρά του. Αποσύρεται για τρία χρόνια από τη μουσική σκηνή και μαζί με την οικογένεια του παλεύει με τον θάνατο. Τον Μάϊο του 2008 έρχεται η λύτρωση από την αδερφή του, η οποία αποφασίζει να του χαρίσει το ένα νεφρό της, για να γίνει η μεταμόσχευση. Ταξιδεύουν στο Παρίσι, όπου και γίνεται η επιτυχημένη επέμβαση και γυρίζει πίσω στην Ελλάδα, για να συναντήσει ξανά τη μεγάλη του αγάπη, το τραγούδι. Συνεχίζει τις εμφανίσεις του, αλλά υπάρχουν στιγμές που η κούραση τον εξαντλεί, ο ίδιος όμως δεν το βάζει κάτω.

                Πρωί της 17ης Απριλίου του 2012 ξυπνάει με έντονους πόνους στην κοιλιά και η σύζυγός του Βένια τον μεταφέρει σε ιδιωτική κλινική με οξύ διαρροϊκό σύνδρομο και εμετούς. Εκεί εμφάνισε πνευμονικό οίδημα και μεταφέρθηκε στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας, όπου και άφησε την τελευταία του πνοή στις 11:00 το πρωί.
Η κηδεία του τελέστηκε στις 19 Απριλίου 2012 στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών, ενώ η σορός του βρισκόταν από νωρίς το πρωί στο παρεκκλήσι του νεκροταφείου (Άγιος Λάζαρος), όπου παρευρέθηκαν για έναν τελευταίο αποχαιρετισμό φίλοι, συγγενείς αλλά και χιλιάδες απλού κόσμου. Ήταν 64  ετών.

                Τα παρακάτω προφητικά του λόγια, θα κλείσουν αυτό το μικρό αφιέρωμα στη ζωή του Δημήτρη Μητροπάνου:

                «Όταν τελειώσουν και με τις τελευταίες διαπραγματεύσεις  θα γίνει κανονικά η κηδεία της Ελλάδας. Θα μας τα πάρουν όλα. Τα παιδιά θα φύγουν για έξω και… “τέλος μείνανε βουβοί και γεμάτοι οι καφενέδες από γέρους και χαφιέδες που μιλάν για προκοπή”. Αυτοί θα είμαστε».MAΡΙΑ ΚΑΣΙΞΙΔΗ ΓΙΑ ΤΟ RADIOGREECE

    Από την αυτοβιογραφία του:
±