Μ’ ένα τρελό κουδούνισμα, άναρχα εκκωφαντικό, χαρμόσυνο, αρχίζουν όλα… Η εναρκτήρια μέρα στο δημοτικό με ξυσμένο μολύβι πρώτα, κι ύστερα με μελάνι και κονδυλοφόρο, που απ’ την αρχόμενη δεκαετία του ’60 ήρθε κι έγινε στυλό διαρκείας, ήταν η μόνη μέρα της σχολικής χρονιάς που κρατούσε μέρες, μέχρι που έβγαινε ο κατάλογος με τα ονόματά αλφαβητικά και καταπλάκωνε τις χαρές των διακοπών που μόνο στις εκθέσεις πλέον καθρεφτίζονταν. Τα στερεότυπα θέματα της έκθεσης: “Η πρώτη μέρα στο σχολείο”, “Η επιστροφή στα θρανία”, “Πως πέρασα το καλοκαίρι”, πόσο γρήγορα περνούσαν αλήθεια τα καλοκαίρια εκείνα…

«Τόση βιάση και σπουδή;
Για που πας, καλό παιδί;
Κίνησες νωρίς-νωρίς
και τρεχάτος προχωρείς;
Στάσου δα να διασκεδάσεις
με τις ομορφιές της πλάσης!
Κόψε απ᾿ τα περβόλια πάλι
του χινόπωρου τα κάλλη!»
«Να σταθώ; Δεν ευκαιρώ,
γιατί πάω στο φτερό.
Και που πάω, να στο πω;
Στο σχολειό μου π᾿ αγαπώ!
Άνοιξε για πρώτη μέρα.
Βλέπεις τα παιδιά εκεί πέρα;
Έχουν μόνα τους ταιριάξει
χωριστά κάθε μια τάξη».
«Είσαι, βλέπω, μαθητής.
Μα στον ώμο τι κρατείς,
που με τη ματιά την πρώτη
σ᾿ έκαμα για στρατιώτη;»
«Είναι τ᾿ άρματά μου αυτά,
τ᾿ ακριβά τ᾿ αγαπητά:
Το κοντύλι μου κι η πλάκα,
το βιβλίο μου στη σάκα.
Κι έλα πια να σε χαρώ,
με ρωτάς κι αργοπορώ…
Είναι η ώρα περασμένη,
άκου, ο κώδωνας σημαίνει.

Τέλλος Άγρας Ελλάδα 1948
Φωτ.: David Seymour